Αρθρογραφια - Αναγνωσματα

[Αρθρογραφία - Αναγνώσματα][bsummary]

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ

[ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ][bigposts]

business

[Ορθοδοξία][twocolumns]

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ - Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2025

Ἀγαπητοί μας Ἀναγνῶστες, καλή σας ἡμέρα καὶ εὐλογημένη. Σήμερα ἡ 12 τοῦ μηνὸς Μαρτίου, Ἁγία μας Ἐκκλησία τιμᾶ τὴ μνήμη τοῦ Ὁσίου Θεοφάνους Ἐπισκόπου Σιγριανὴς τοῦ Ὁμολογητοῦ. 12 Μαρτίου βέβαια σήμερα ἑορτάζουν καὶ ἄλλοι ἅγιοι, ὅπως ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος, ὁ Πάπας ὁ Ρώμης καὶ ταυτόχρονα  ὁ Ὅσιος Συμεῶν ὁ Νέος Θεολόγος.

 

Διάφοροι Ἅγιοι Πατέρες τῶν ὁποίων τὴ μνήμη τιμοῦμε καὶ μᾶς διδάσκουν τόσο μέσα ἀπὸ τὴν Ἁγία ζωή τους ὅσο καὶ ἀπὸ τὰ ἱερὰ συγγράμματα τὰ ὁποῖα μᾶς ἔχουν ἀφήσει καὶ ἔχουν ἐμπλουτίσει ὅλη τὴ γραμματεία τὴν ἐκκλησιαστικὴ ὅπου τὴν ἔχουμε σήμερα καὶ μορφωνόμαστε πνευματικά, καταρτίζουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ τὶς γνώσεις μας. Ποιός ἦταν λοιπὸν ὁ Ὅσιος Θεοφάνης ὁ Σιγριανὴς ὁ Ὁμολογητής. Ὁ Ὅσιος Θεοφάνης ὁ Ὁμολογητὴς ἐγεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 760 μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς τῶν Ἰσαὰκ καὶ τὴ Θεοδότη.

 

Σὲ ἡλικία 8 ἐτῶν ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα καὶ ἡ μητέρα του ἀνέλαβε τὸ δύσκολο ἔργο τῆς ἀνατροφῆς, τῆς διαπαιδαγωγήσεως καὶ τῆς μορφώσεως τοῦ Υἱοῦ της τοῦ Θεοφάνους. Ὁ Ὅσιος κατὰ παράκληση τῆς μητέρας του ἐνημφεύθηκε σὲ νεαρὴ ἡλικία τὴν εὐσεβῆ καὶ πλούσια Μεγαλώ. Ὁ γάμος ὅμως αὐτὸς ἦταν ἀντίθετος γιὰ τὴ μοναχικὴ ζωή, τὴν ὁποία ὁ Ὅσιος Θεοφάνης ἐπιθυμοῦσε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του.

 

Καὶ ἡ σύζυγός του ἔγινε μοναχὴ στὴ μονὴ τῆς Πριγκίπου καὶ μετονομάστηκε Εἰρήνη καὶ ὁ Ὅσιος τὸ 781 κατέφυγε στὴ μονὴ τοῦ Μεγάλου Ἀγροῦ στὴ Σιγριανὴ καὶ ἐκεῖ ἐκάρη μοναχὸς ὑπὸ τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς ἐκείνης. Ἔπεισε δηλαδὴ τὴ σύζυγό του νὰ γίνει μοναχὴ καὶ αὐτὸς νὰ γίνει μοναχὸς κατὰ τὸν πόθο ποὺ εἶχε ἀπὸ τὴ νεότητά του. Ἀπὸ τὴ μονὴ αὐτὴ ὡς λόγιος καὶ ἐνάρετος μοναχὸς προσκλήθηκε μαζὶ μὲ ἄλλους ἡγουμένους διαπρεπής, τὸν Ἡγούμενο τῆς Μονῆς Σακκουδίωνος, Πλάτωνα. καὶ τοὺς μοναχοὺς Νικηφόρο καὶ Νικήτα ἀπὸ τὴ Μονή του Μηδικίου Τὸν μοναχὸ Χριστοφόρο ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Μικροῦ Ἀγροῦ στὴν 7η Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Νικαίας τὸ ἔτος 787.

 

Ὅταν ἐπανῆλθε στὴ μονή του ἐγκατέστησε ἡγούμενο τὸ μοναχὸ Στρατήγιο καὶ ἐκεῖνος ἀποσύρθηκε στὴν ἀπέναντι νῆσο Καλώνυμον ὅπου ἵδρυσε μεγάλη μονὴ καὶ ἀφοῦ ἐγκαταβίωσε ἐπὶ ἑξαετία ἀσχολήθηκε μὲ τὴν καλλιγραφία καὶ τὶς συγγραφές. Ἀλλὰ ἀτυχῶς ἡ ὑγεία του προσβλήθηκε ἀπὸ ὀξεῖα λιθίαση. Σὲ αὐτὴ τὴ χαλεπὴ κατάσταση δὲν παρέλειπε νὰ μεταβεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη ὅταν προσκλήθηκε ἀπὸ τὸν Λέοντα τὸν Ἀρμένιο, ὁ ὁποῖος προσπάθησε δι' τοῦ Πατριάρχου Ἰωσὴφ ποὺ ἦταν εἰκονομάχος νὰ ἑλκύσει τὸν Ὅσιο εἰς τὴν αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας.

 

Ὁ Ὅσιος ὅπως ἦταν φυσικὸ ὄχι μόνο δὲν ἀσπάστηκε τὴν αἱρετικὴ πίστη τῶν εἰκονομάχων ἀλλὰ ἀντιθέτως τὴν καταπολέμησε καὶ ἔδειξε ποιά εἶναι ἡ ἀληθινὴ καὶ ἡ ὀρθόδοξη πίστη μέσα ἀπὸ τὰ λόγια του καὶ τὸ ἱερό του παράδειγμα. Ἔτσι ἐξοργισμένος ὁ Αὐτοκράτορ καὶ ὁ Πατριάρχης τὸν ἐνέκλεισαν σὲ σκοτεινὸ μέρος καὶ στὴ συνέχεια τὸν ἐξόρισαν στὴ Σαμοθράκη, ὅπου μετὰ ἀπὸ 23 ἡμέρες ἐκοιμήθηκε ἐν εἰρήνῃ τὸ ἔτος 815 καὶ οἱ μαθητές του μετακόμισαν τὰ ἱερά του λείψανα στὴ μονὴ ὅπου ἔγινε μοναχὸς τῆς Σιριανῆς ὅπου ἐτελεῖται καὶ ἡ σύναξης αὐτοῦ ὅπως καὶ στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.

 

Ὅπως ὅμως εἴπαμε σήμερα ἑορτάζουμε καὶ τὴ μνήμη τοῦ Ἐν Ἁγίοις Πατρὸς Σιμῶν Γρηγορίου Πάπα Ρώμης τοῦ Διαλόγου.

 

Λέγεται πὼς ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος ὁ Πάπας αὐτὸς τῆς Ρώμης ἦταν καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος καθιέρωσε τὴ Θεία Λειτουργία τῶν προηγιασμένων τιμίων δώρων. Δὲν εἶναι βέβαια ὁ κατ' ἐξοχὴν συγγραφέας τῆς Θείας Λειτουργίας ὅπου παραμένει ἄγνωστος ὅμως τὴν καθιέρωσε νὰ τελεῖται μέσα στὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ γι' αὐτὸ ἀναφέρουμε ὡς τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Διάλογο ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος μέσα στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας εἰσήγαγε τὴν ὡραία καὶ κατανυκτικὴ αὐτὴ Θεία Λειτουργία τῶν προηγιασμένων τιμίων δώρων. 

Γιὰ νὰ ἀκούσουμε λοιπὸν τὸ Ἱερὸ Συναξάριο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Διαλόγου. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος ἐγεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 540 μ.Χ. καὶ ἔζησε στὴ Ρώμη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ τοῦ Α' τοῦ Μεγάλου, τὸν 6ο δηλαδὴ αἰῶνα. Ὀνομάστηκε δὲ Διάλογος ἐπειδὴ τὰ περισσότερα ἔργα του τὰ ἔγραψε μὲ διαλογικὸ τρόπο, δηλαδὴ μὲ ἐρωτήσεις καὶ ἀπαντήσεις. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Γορδιανὸς καὶ ἡ μητέρα του Συλβία.

 

Τόσο οἱ γονεῖς του ὅσο καὶ οἱ δύο ἀδελφοὶ τοῦ πατέρα του διακρίνονταν γιὰ τὴν εὐσέβειά τους καὶ ἐπέδρασσαν εὐεργετικὰ στὴ διαμόρφωση τῆς προσωπικότητός του Γρηγορίου. Ὡς γόνος πλούσιας οἰκογενείας ὁ Γρηγόριος ἔλαβε καλὴ μόρφωση, ἰδιαίτερα στὴ νομική. Βέβαια ἔζησε σὲ μιὰ ἐποχὴ ὅπου καλλιέργεια τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων στὴ Ρώμη εἶχε σβήσει.

 

Ὁ Γρηγόριος μᾶλλον ἦταν κάτοχος μόνο τῆς λατινικῆς γλώσσας, γεγονὸς ποὺ δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ μελετήσει τὴν πλούσια θεολογικὴ γραμματεία τῶν Ἑλλήνων πατέρων. Περὶ τὸ ἔτος 570 μ.Χ. διορίστηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰουστῖνο τὸν Β' στὸ ἀξίωμα τοῦ Πραιτόρος τῆς πόλεως τῆς Ρώμης. Δὲν παρέμεινε ὅμως γιὰ πολύχρονικό διάστημα στὴ θέση αὐτή.

 

Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ πατέρα του διέθεσε τὸ μέγιστο μέρος τῆς περιουσίας ποὺ κληρονόμησε σὲ φιλανθρωπικὰ ἔργα καὶ στὴν ἵδρυση μονῶν. Ἵδρυσε ἕξι μοναστήρια στὴ Σικελία καὶ πρὶν τὸ ἔτος 575 μετέτρεψε τὴν οἰκία του στὴ Ρώμη σὲ μοναστήρι ἀφιερωμένο στὸν Ἀπόστολο Ἀνδρέα. Ὁ ἴδιος ἔγινε μοναχὸς σὲ αὐτὴν τὴ μονὴ καὶ ἀργότερα ἀναδείχθηκε ἡγούμενος της.

 

Στὸ μοναστήρι ζοῦσε μιὰ πολὺ ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ ἀφιερώθηκε στὴ προσευχὴ καὶ στὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων. Δὲν ἔμελλε ὅμως νὰ παραμείνει γιὰ πολὺ καιρὸ στὴ μονή του γιατί χειροτονήθηκε διάκονος τὸ ἔτος 579. Ἐστάλη στὴν αὐτοκρατορικὴ αὐλὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς Ἀποκρισιάριος δηλαδὴ ἀντιπρόσωπος τοῦ πάπα Ρώμης.

 

Προφανῶς ἡ χειροτονία του ἔγινε ἀπὸ τὸν Πάπα Βενέδικτο τὸν I καὶ ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἀπὸ τὸν πάπα Πελάγιο τὸν II. Στὴν Κωνσταντινούπολη ὁ Ἅγιος Γρηγόριος μαζὶ μὲ τοὺς μοναχοὺς ποὺ τὸν συνόδευσαν ἀπὸ τὴ Ρώμη ζοῦσε μοναστικὴ καὶ ἀσκητικὴ ζωή. Εἶχε ὅμως καὶ τὴν εὐκαιρία νὰ γνωρίσει ἀπὸ κοντὰ τὰ πολιτικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ προβλήματα τῆς αὐτοκρατορίας καὶ νὰ συνάψει γνωριμίες μὲ σημαίνοντα πρόσωπα τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς μὲ τὰ ὁποῖα διετήρησε ἀλληλογραφία μετὰ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη.

 

Ἀνάμεσα στὰ πρόσωπα αὐτὰ ἦταν οἱ Θεοκτίστη, ἀδελφοὶ τοῦ αὐτοκράτορος Μαυρικίου, Ὁ Πατρίκιος Ναρσής, ὁ ἰατρὸς τοῦ Αὐτοκράτορος Θεοδώρου καὶ ἄλλοι. Στὴν Κωνσταντινούπολη ἐπίσης γνώρισε τὸν ἐπίσκοπο Σεβίλλης Λέανδρο ὁ ὁποῖος ταξίδευε κατὰ τὸ ἴδιο χρονικὸ διάστημα στὴν πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας καὶ μὲ τὸν ὁποῖο διετήρησε ἀδελφικὴ φιλία καὶ ἀλληλογραφία στὰ κατοπινὰ χρόνια. Περὶ τὸ ἔτος 586 ὁ Γρηγόριος μετακαλεῖται στὴ Ρώμη.

 

Ὑπάρχει ἄποψη ὅτι μὲ τὴν ἐπανάκαμψή του στὴ Ρώμη ἐπέστρεψε στὸ μοναστήρι του καὶ τότε ἦταν ποὺ ἔγινε ἡγούμενος του. Μία ἄλλη ἄποψη ὅμως ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Γρηγόριος μετὰ τὴν ἐπάνοδό του στὴ Ρώμη δὲν ἐπέστρεψε στὴ μονὴ ἀλλὰ ὑπηρέτησε ὡς διάκονος τῆς ρωμαϊκῆς ἐκκλησίας καὶ σύμβουλος τοῦ Πάπα Πελαγίου τοῦ Β'. Σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψη αὐτὴ ὁ Γρηγόριος ἔγινε ἡγούμενος πρὶν τὴ χειροτονία του σὲ διάκονο καὶ τὴν ἀποστολή του στὴν Κωνσταντινούπολη.

 

Τὸ ἔτος 590 ὁ πάπας Πελάγιος ὁ Β' ἀσθένησε ἀπὸ ἐπιδημικὴ ἀσθένεια καὶ ἀπέθανε. Παρὰ τὸ ὅτι τόσο ὁ κλῆρος ὅσο καὶ ὁ λαὸς τῆς Ρώμης ζητοῦσαν τὸν Γρηγόριο γιὰ ἐπίσκοπό τους μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ πάπα Πελαγίου τοῦ Β' ἡ ἀποθυμία τοῦ ἰδίου νὰ ἔρθει στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο ἦταν ἔκδηλη. Ἡ στάση του αὐτὴ προερχόταν ἀπὸ τὴ συναίσθηση τοῦ βάρους τῆς εὐθύνης τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος καὶ ἀπὸ τὴν ταπεινὴ πεποίθηση ὅτι οἱ δικές του δυνάμεις δὲν ἦταν ἐπαρκεῖς γιὰ ἕνα τόσο σπουδαῖο ἔργο.

 

Ὅταν ὁ ἐπίσκοπος Ραβένας Ἰωάννης δι ἐπιστολῆς τὸν ἔψεξε γιὰ τὴν διστακτικότητά του αὐτὴ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἀποφάσισε νὰ τοῦ ἀπαντήσει μὲ τὴ συγγραφὴ μιᾶς ὁλόκληρης πραγματείας γιὰ Τὸ βαρυσιμάτο ἔργο τοῦ ἐπισκόπου καὶ γιὰ τὰ προσόντα ποὺ αὐτὸς πρέπει νὰ ἔχει. Ἐπρόκειτο δηλαδὴ γιὰ μία ἀπολογία τοῦ Γρηγορίου σχετικὰ μὲ τοὺς ἐνδοιασμούς του νὰ ἀναλάβει τὸ βάρος τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος. Ὁ Γρηγόριος παρὰ τοὺς ἔντονους προσωπικούς του ἐνδοιασμοὺς ἀνῆρθε στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Ρώμης ὡς πάπας Γρηγόριος Α΄

 

Ἡ κατάσταση ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει ἦταν πολὺ δυσχερής. Ἀφ' ἑνὸς ἡ ἐπιδημία λυμαινόταν τὶς ζωὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀφ' ἑτέρου μία τρομερὴ πλημμύρα τοῦ ποταμοῦ Τίβερη εἶχε καταστρέψει σημαντικὸ ρυθμὸ περιουσιῶν καὶ σιτηρῶν. Σημαντικότερο ἀκόμη πρόβλημα ἦταν ἡ παρουσία τῶν Λομβαρδῶν ὡς εἰσβολέων στὴν Ἰταλία, οἱ ὁποῖοι κατεῖχαν τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς Βόρειας Ἰταλίας καὶ μεγάλο μέρος τῆς Νότιας Ἰταλίας.

 

Οἱ Λομβαρδοὶ ἦταν αἰτίας συνεχοῦς ἀναστατώσεως στὴν Ἰταλία καὶ ἀπειλοῦσαν νὰ καταλάβουν καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἐδάφη της, τὰ ὁποῖα ἀνῆκαν στὴ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία καὶ ἐποπτεύονταν ἀπὸ τὸν Ἔξαρχο τοῦ Αὐτοκράτορος, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν ἕδρα του στὴ Ραβένα. Μὲ τὴν ἀνάληψη τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος, ὁ Γρηγόριος ἀναλώθηκε στὴν ὑπηρεσία τοῦ ποιμνίου του καὶ τῆς Ἐκκλησίας στὸ σύνολό της. Φρόντισε μὲ θαυμαστὴ ἐπιμέλεια τὸ φιλανθρωπικὸ ἔργο στὴ Ρώμη καὶ μερίμνησε μὲ ἐπιτυχία γιὰ τὸν χριστιανισμὸ τῶν Ἀγγλοσαξόνων ἀποστέλλοντας στὴ Βρετανία ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου, ὁμάδα 40 μοναχῶν ὡς ἱεραποστόλων μὲ ἐπικεφαλὴ στὸν Αὐγουστῖνο της Καντουαρίας.

 

Ἐπίσης ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὴν ἀξιοποίηση, τὴν ὀργάνωση τῆς καλλιέργειας καὶ τὴν ὀρθὴ διάθεση τῶν προσόδων τῶν γαιῶν τοῦ παπικοῦ θρόνου. Ἀξιοσημείωτο εἶναι τὸ ὅτι ἐπέμενε νὰ δίδει ὁδηγίες στοὺς κατὰ τόπους ὑπευθύνους τῶν παπικῶν κτημάτων νὰ μεριμνοῦν γιὰ τὴν ἀποφυγὴ κάθε ἀδικίας καὶ παράνομου πλουτισμοῦ στὸ διαχειριστικό τους ἔργο. Ὁ Ἅγιος προσκαλοῦσε κατὰ διαστήματα τοὺς πιὸ πτωχοὺς τῆς πόλεως καὶ ἔτρωγε μαζί τους.

 

Κάποτε ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἔρθουν στὴν Ἐπισκοπὴ 12 πτωχοὶ γιὰ νὰ τοὺς προσφέρει φαγητό. Τὴν ὥρα ποὺ ἔτρωγαν ὁ Ἅγιος ἔβλεπε 13 προσκεκλημένους καὶ ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν διαφορετικὸς στὴν ὄψη. Εἶχε πρόσωπο φωτεινὸ καὶ πότε ἔμοιαζε μὲ γέροντα στὴν ἡλικία καὶ πότε μὲ νέο.

 

Ὅταν οἱ ἄλλοι ἔφυγαν τὸν ρώτησε ποιός εἶναι καὶ ἐκεῖνος ἀπάντησε. «Εἶμαι ἄγγελος Κυρίου, σὲ ἔχω ἐπισκεφθεῖ καὶ ἄλλη φορὰ ὅταν ἤσουν μοναχὸς καὶ μοῦ ἔδωσες ἐλεημοσύνη». «Ὁ Θεὸς θέλησε νὰ δοκιμάσει τὴν προαίρεσή σου καὶ μὲ τὸ παράδειγμα σοῦ νὰ διδάξει καὶ ἄλλους.

 

Μάλιστα ἀπὸ τότε ἔλαβα ἐντολὴ νὰ εἶμαι πάντα μαζί σου γιὰ νὰ σὲ προστατεύω. Ὅ,τι θελήσεις ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μοῦ τὸ πεῖς καὶ θὰ τὸ μεταφέρω». Ἐπειδὴ στὴ Ρώμη ἦταν ὁ μόνος πατριαρχικὸς θρόνος σὲ ὅλη τὴ Δύση, ὁ Γρηγόριος προσπαθοῦσε νὰ ἐπιλύσει κατὰ τὸν καλύτερο δυνατὸ τρόπο τὰ πολλαπλᾶ προβλήματα ποὺ ἐπαρουσίαζαν οἱ ἐκκλησίες τῆς Ἰταλίας, τῆς Γαλατίας, τῆς Ἱσπανίας καὶ τῆς Βρετανίας.

 

Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ προβλήματα ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει ἦταν τὸ σχίσμα τῶν ἐπισκόπων της Λιγουρίας, τῆς Ἰστρίας καὶ τῆς Βενετίας, οἱ ὁποῖοι δὲν δέχονταν τὴν Ε’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συνῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ ἔτος 553. αἰτία τοῦ προβλήματος ἦταν ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτὴ εἶχε καταδικάσει ὡς Νεστοριανικὰ τὰ γνωστὰ ὡς τρία κεφάλαια, δηλαδὴ τὸ πρόσωπο καὶ τὰ ἔργα του Θεόδουλου Μοψουαιστίας, τὰ ἔργα τοῦ Θεοδώρητου Κύρου κατὰ τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καὶ τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Ἴβα Ἐδέσσης πρὸς Μάριν τὸν Πέρση. Οἱ διαφωνοῦντες δυτικοὶ ἐπίσκοποι θεωροῦσαν ὅτι ἡ καταδίκη αὐτὴ προωθοῦσε ἕνα συμβιβασμὸ μὲ τοὺς μονοφυσίτες, ἀναιρῶντας ἔτσι τὴν πίστη τῆς Τετάρτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία συνῆλθε στὴ Χαλκηδώνα τὸ ἔτος 451 μ.Χ. Ἐπειδὴ ἡ Ρώμη, παρὰ τὶς ἀρχικὲς ἀντιδράσεις της, εἶχε ἀποδεχθεῖ τὴν Πέμπτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ τὴν καταδίκη τῶν τριῶν κεφαλαίων, οἱ διαφωνοῦντες δυτικοὶ ἐπίσκοποι εἶχαν διακόψει τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία τους μὲ τὴ Ρώμη.

 

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος προσπάθησε ἐπανειλημμένως νὰ πείσει τοὺς διαφωνοῦντες ἐπισκόπους ὅτι ἡ Πέμπτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος δὲν ἐρχόταν σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ δόγμα της Χαλκηδώνας. Πραγματικὰ κατόρθωσε νὰ μεταστρέψει τὴ γνώμη μερικῶν ἀπὸ αὐτούς, ἀλλὰ ἄρση τοῦ σχίσματος ἔγινε μετὰ τὴν κοίμησή του. Στὸ μεγάλο πρόβλημα τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν προκλήσεων τῶν Λομβαρδῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσαν νὰ καταλάβουν τὴ Ρώμη, ὁ Γρηγόριος, παρὰ τὶς ἐπανειλημμένες ἐκκλήσεις του, δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ λάβει βοήθεια γιὰ ἀναχαίτηση τοῦ ἐχθροῦ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως Μαυρίκιο καὶ ἀπὸ τὸν βυζαντινὸ ἔξαρχό της Ραβένας, Ρωμανὸ Πατρίκιο.

 

Βέβαια, ὁ αὐτοκράτορας Μαυρίκιος βρισκόταν σὲ δεινὴ θέση, γιατί ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Λομβαρδούς, εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει σὲ διαφορετικὰ μέτρα τοὺς Πέρσες, τοὺς Σλάβους, τούς Ἀβάρους καὶ τοὺς Μαυρούσιους. Ἔτσι ὁ Γρηγόριος ἀναγκάστηκε νὰ ἀναλάβει ὁ ἴδιος πολιτικὴ πρωτοβουλία καὶ νὰ συνάψει συνθήκη μὲ τὸὺς Λομβαρδούς, πληρώνοντάς τους ἕνα μεγάλο πὸσὸ χρημάτων καὶ δίνοντας σὲ αὐτοὺς ἐτήσιο φόρο ὑποτέλειας. Εἶναι πράγματι λυπηρὸ τὸ ὅτι ἡ Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία ἀδυνατοῦσε νὰ προασπίσει ἀποτελεσματικὰ τὶς δυτικὲς κτήσεις της στὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια.

 

Αὐτὸ εἶχε ὀδυνηρὲς συνέπειες τόσο γιὰ τὴν Πολιτεία ὅσο καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Οἱ Λατῖνοι Βυζαντινοὶ ὑπήκοοι σταδιακὰ ἀποξενώθηκαν ἀπὸ τὸ κέντρο τῆς αὐτοκρατορίας ποὺ ἀδυνατοῦσε νὰ τοὺς βοηθήσει, οἱ δυτικὲς κτήσεις τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους ἔπεσαν στὰ χέρια τῶν βαρβαρικῶν φυλῶν, ἐνῷ ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης ἀνέλαβε πολιτικὲς ἐξουσίες, συνεργάστηκε μὲ τοὺς ἡγεμόνες τῶν βαρβαρικῶν φύλων καὶ σταδιακὰ ἔγινε ὁ ἴδιος κοσμικὸς ἄρχοντας. Βέβαια ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δὲν φέρει καμιὰ εὐθύνη γιὰ τὴν μετὰ ἀπὸ αἰῶνες ἐξέλιξη τοῦ παπικοῦ θρόνου σὲ κοσμικὴ ἐξουσία, οὔτε καὶ τὴ συνεργασία μεταγενέστερών παπῶν με τοὺς Φράγκους.

 

Ὁ ἴδιος ἔκαμε αὐτὸ ποὺ θεωροῦσε καθῆκον καὶ ὑποχρέωσή του γιὰ τὴν προάσπιση τοῦ ποιμνίου καὶ τῆς πατρίδος του στοὺς χαλεποὺς ἐκείνους καιρούς. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος μπορεῖ σὲ ὁρισμένα θέματα νὰ διαφωνοῦσε μὲ τὸν Βυζαντινὸ αὐτοκράτορα, ἀλλὰ αὐτὸ συνέβαινε συχνότατα καὶ μὲ τοὺς πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς. Ὅπως ὅμως φαίνεται μέσα ἀπὸ τὰ γραπτὰ κείμενά του, θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του πιστὸ ὑπήκοο τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους.

 

Οὐδέποτε ἀμφισβήτησε τὴν ἐξουσία τοῦ Βυζαντινοῦ αὐτοκράτορος καὶ συμβούλευε τοὺς πιστοὺς νὰ ἀναπέμπουν προσευχὲς γι' αὐτόν. Ὡς συγγραφέας, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος διακρίθηκε κυρίως στὴ συγγραφὴ ἐξηγητικῶν καὶ Ἠθοικοπρακτικῶν ἔργων. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ποιμαντικὸ κανόνα συνέγραψε Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἰὼβ ἢ ἠθικά, 40 ὁμιλίες σὲ εὐαγγελικὲς περικοπὲς καὶ 22 ὁμιλίες στὸν προφήτη Ἰεζεκιήλ, ὅπως ἐπίσης τὸ ἔργο «Βιβλία διὰ Διαλόγων» περὶ τοῦ ὁποίου καὶ τῶν θαυμάτων Ἰταλῶν Πατέρων καὶ περὶ αἰωνιότητος τῶν ψυχῶν.

 

Στὸν ποιμαντικὸ κανόνα ἐκτίθενται ὑπὸ μὸρφὴ διαλόγου μεταξὺ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου καὶ τοῦ Διακόνου Πέτρου βίοι. Ἁγίων, θαύματα, ἐμφανίσεις καὶ κεκοιμημένων, γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς καὶ ἄλλα. Ἀσχολήθηκε ἐπίσης μὲ τὴ συγγραφὴ λειτουργικῶν ὕμνων καὶ εὐχῶν, σὲ αὐτὸν ἀποδίδονται ἕνα εἶδος λειτουργικοῦ ἐγχειριδίου καὶ ἕνα βιβλίο μὲ ὕμνους τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἀκόμη μιὰ παράδοση ἀποδίδει στὸν Γρηγόριο τὴ συγγραφὴ τῆς λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων.

 

Σώζεται ἐπίσης μεγάλος ἀριθμὸς ἐπιστολῶν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, στὶς ὁποῖες παρουσιάζεται τόσο ἡ εὐλάβεια καὶ τὸ ἦθος τοῦ ἀνδρός, ὅσο καὶ ἡ ἀκαταπόνητη ἐπισκοπικὴ δραστηριότητά του. Στὸ ὅλο γραπτὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, δύο εἶναι τὰ σημεῖα ποὺ παρουσιάζουν σημαντικὲς θεολογικὲς ἀδυναμίες. Κατ' ἀρχὴν στὸ ἔργο ὁ Διάλογοι ἀναπτύσσει τὴν περὶ καθαρτηρίου πυρὸς δοξασία.

 

Σύμφωνα μὲ αὐτήν, μὲ τὰ θάνατον οἱ ψυχὲς ποὺ βαρύνονται, μὲ συγγνωστὰ ἁμαρτήματα ἢ μὲ ἐπιτίμια ποὺ δὲν ἐπρόφθασαν νὰ ἐκτελέσουν ὅσο βρίσκονταν ἐν σώματί, ὑφίστανται μιὰ δοκιμασία πρόσκαιρων πεινῶν ὑπὸ τύπων ἠθικῆς καθάρσεως καὶ συγχωρήσεως. Ἡ δοξασία αὐτὴ ἀπορρίπτεται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Βέβαια, ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτὸ πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπόψη μας τὰ ἑξῆς.

 

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος πρῶτον παρουσιάζει τὶς ἀντιλήψεις αὐτὲς ὄχι μέσα στὰ πλαίσια μιᾶς θεολογικῆς πραγματείας, ἀλλὰ μέσα σὲ ἕνα πολὺ ἐκλαϊκευμένο βιβλίο ἐντυπωσιακῶν διηγήσεων, θαυμάτων καὶ ὁραμάτων. Σὲ τέτοιου εἴδους κείμενα δὲν μποροῦμε νὰ ἀναζητοῦμε αὐστηρὴ θεολογικὴ ἀκρίβεια. Καὶ δεύτερον, ἡ δοξασία γιὰ τὸ καθαρτήριο ὁποῖον Ἔχει αἰρίσματα στὴ Λατινικὴ Χριστιανικὴ Γραμματεία ποὺ προηγήθηκε τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου.

 

Σχετικὲς ἀναφορὲς ὑπάρχουν στὶς πράξεις τῶν Ἀποστόλων τῶν Ἁγίων Περπέτουας καὶ Φιλικητάτης, στὸν Τερτυλλιανό, στὸν Ἅγιὸ Κυπριανὸ Καρθαγένης καὶ στὸν ἱερὸ Αὐγουστίνο. Μπορεῖ βέβαια οἱ ἀναφορὲς αὐτὲς νὰ μὴν εἶναι διεξοδικές, εἶναι ὅμως πὸλὺ πιθανὸ ὅτι πάνω σὲ αὐτὲς ἐστηρίχθηκε ὁ Ἅγιὸς Γρηγόριος. Ἕνὰ δεύτερο προβληματικὸ σημεῖο στὸ γρὰπτὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου εἶναι ἡ ἐκ μέρους τοῦ ὑποστήριξη τῆς ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης δικαιοῦται στὴν Οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία ὄχι ἁπλῶς πρωτεῖο τιμῆς ἀλλὰ πρωτεῖο ἐξουσίας, ἀφοῦ κατέχει τὸ θρόνο τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ὁ ὁποῖος – κατὰ τὴν ἄποψη αὐτὴ – ἦταν κορυφὴ τῶν Ἀποστόλων καὶ στὸν ὁποῖο ἐμπιστεύθηκε ὁ ἴδιος ὁ Χρὶστὸς τὴ φροντίδα τῆς Ἐκκλησίας Του.

 

Σύμφωνα μὲ τὴ θεωρία αὐτὴ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ στὰ πρόσωπα τῶν διαδόχων του, δηλαδὴ τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ρώμης, καὶ νὰ ἀσκεῖ τὴ δικαιοδοσία του σὲ ὅλη τὴν ἀνὰ τὴν οἰκουμένη Ἐκκλησία. Πρόκειται ἀσφαλῶς γιὰ ἀπόδοση στὸν Ἀπόστολο Πέτρο ἑνὸς ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ ἀνυπόστατου ρόλου, ἀλλὰ καὶ γιὰ μὶὰ ἐκκλησιολογικὰ ἀδικαιολόγητη παραδοχὴ τοῦ Πάπα Ρώμης ὡς ἐνσαρκωτὴ καὶ συνεχιστὴ τοῦ ρόλου αὐτοῦ διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Ἡ ἄποψη πὲρὶ τοῦ πρωτείου ἐξουσίας τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης δὲν ἀποτελεῖ ἐπινόηση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου.

 

Τὴν ἐκληρονόμησε ἀπὸ προγενέστερούς του καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τὸὺς Πᾶπες Γελάσιο Α’ (492 – 496), Λέοντα Α’ (440 – 461) καὶ Ὁρμίσδα (514 – 523). Αἰῶνες μετὰ ἀπὸ τὸν Ἅγιὸ Γρηγόριο ἡ θεωρία αὐτὴ ἐξελίχθηκε σὲ μείζονα θεολογικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ παρέκκλιση. Πρέπει νὰ σιμώσουμε ὅτι μετὰ τὴν ἄνοδο τοῦ στὸν παπικὸ θρόνο, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ἀπέστειλε πρὸς τοὺς πατριάρχες τῆς ἀνατολῆς, τὴν καθιερωμένη ὁμολογία πίστεως. Ἀναγράφοντας στὴν σειρὰ τῶν πατριαρχείων, ὅπως αὐτὴ καθορίστηκε μὲ βάση τα πρεσβεία τιμῆς. Δηλαδή, ἔθεσε πρῶτα τὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως κατ' ὄπην τοὺς θρόνους Ἀλεξανδρείας Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων.

 

Αὐτὸ δηλώνει ὅτι δεχόταν τὰ πρεσβεῖα τιμῆς πὸὺ ἀποδόθηκαν στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Ἅγιὸς Γρηγόριος ἦταν ἄνθρωπος ταπεινοῦ φρονήματος. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀποδεχόταν χὼρὶς κριτικὴ ἐξέταση τὴ θεωρία πὲρὶ τοῦ παπικοῦ πρωτείου, ὁ ἴδιος ἀρνιόταν κατηγορηματικὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του τὸν τίτλο τοῦ «οἰκουμενικοῦ πάπα», τὸν ὁποῖο τοῦ πρότεινε ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Εὐλόγιος (579/580 – 607 μ.Χ.) καὶ μὲ εἰλικρίνεια προτιμοῦσε τὸν τίτλο «δοῦλος τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ».

 

Ἐτόνιζε μάλιστα ἐμφαντικὰ – καὶ ἐν πολλοῖς τὸ ἀποδείκνυε στὴν πράξη – ὅτι σεβόταν τὰ δικαιώματα καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ δικαιοδοσία τῶν ἄλλων Ἐπισκόπων.

 

Ὁ Ἅγιὸς Γρηγόριος ὁ Διάλογος ἐκοιμήθηκε ἀπὸ την ἀρθριτικὴ νόσο, τὸ ἔτος 604 μ.Χ. Ἀκούσαμε τὸ βίο, τὴ διδασκαλία καὶ ταυτόχρονα τὴν ὅλη πνευματικὴ καὶ ποιμαντικὴ δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, τοῦ Πάπα Ρώμης, τοῦ Διαλόγου. Ἀκούσαμε καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα σημειώνει ὁ Ἱερὸς Συναξαριστὴς σχετικὰ μὲ τὶς θεολογικὲς ἢ ἐκκλησιολογικὲς παρεκκλίσεις ὅπου ὑπάρχουν μέσα στὰ ἔργα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, τοῦ Διαλόγου.

 

Ἀφ' ἑνὸς μὲν γιὰ τὸ καθαρτήριο πῦρ, ἀφ' ἑτέρου δὲ γιὰ τὸ παπικὸ πρωτεῖο ἐξουσίας, ὅτι δηλαδὴ ὁ Πάπας εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ ὅλους τοὺς πατριάρχες καὶ ταυτόχρονα ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπιτηρεῖ ὅλη τὴν ἐκκλησία καὶ ἔχει ἐξουσία πάνω σὲ αὐτήν. Ὅμως ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ὁ ὁποῖος ἔλεγε κάτι τέτοιο, ἦταν ἕνας ἄνθρωπος μὲ φρόνημα ταπεινό, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον τὸν τίτλο αὐτὸ δὲν τὸν ἀποδεχόταν, ἀλλὰ τὸν ἑαυτό του τὸν ὀνόμαζε δοῦλο τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅταν βλέπεις ἕναν ἄνθρωπο μὲ τέτοια ταπείνωση, ὁ ὁποῖος κατέχει μιὰ τέτοια θέση, ὥστε νὰ διοικεῖ μιὰ ἐκκλησία ὅπως γιὰ πρᾶγμα νὰ στὴν Ρώμη, ἀφ' ἑνὸς μὲν καταλαβαίνεις ὅτι πράγματι ἀξίζει ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος νὰ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ποιμαίνει τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ θὰ τοὺς ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία.

 

Σήμερα τιμᾶτε και Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος.

 

Ὁ Ἅγιὸς Συμεῶν ὁ Νέος Θεολόγος, γεννήθηκε τὸ ἔτος 949 μ.Χ. στὴ Γαλάτη τῆς Παφλαγονίας ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ εὔπορους, τὸν Βασίλειο καὶ τὴν Θεοφανώ. Ὁ θεῖος του Βασίλειος, ὁ ὁποῖος κατεῖχε ὑψηλὴ θέση στὸν αὐτοκρατορικὸ οἶκο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, προσέλαβε νὼρὶς τὸν ἀνεψιό του κοντά του, ὅπου, ὅπως ἦταν φυσικό, ἔτυχε καλῆς παιδείας. Ὅμὼς ὁ Ὅσιος δὲν ἔδινε προσοχὴ καὶ δὲν ἔδειχνε ἐνδιαφέρον γιὰ μάθηση.

 

Κατὰ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὁ Συμεὼν γνωρίστηκε μὲ ἕναν μοναχὸ τῆς περιωνύμου μονῆς Στουδίου, ὁ ὁποῖος ὀνομαζόταν, ἐπίσης, Συμεῶν. Ὁ μοναχὸς αὐτὸς ἔγινε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὁ πνευματικός του πατέρας. Ὅτὰν κατὰ τὸ ἔτος 963 μ.Χ. πέθανε ὁ θεῖος του, ὁ Συμεὼν προσῆλθε στὴ μὸνὴ τοῦ Στουδίου, ὅπου ζητοῦσε «τὸν ἐκ νεότητος αὐτοῦ χρηματίσαντα πατέρα πνευματικὸν καὶ διδάσκαλον». Ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος Συμεὼν παρομοιάζει τὸν θεῖο του μὲ τὸν Φαραώ, τὴ διαμονή του στὸν αὐτοκρατορικὸ οἶκο μὲ τὴν αἰχμαλωσία τῶν Ἰσραηλιτῶν στὴν Αἴγυπτο καὶ τὸν πνευματικό του πατέρα μὲ τὸν Μωϋσῆ.

 

Κάποτε ὁ Γέροντάς του, τοῦ ἔδωσε ἕνα βιβλίο μὲ τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Μάρκου τοῦ Ἐρημίτου καὶ Διαδόχου Φωτικῆς. Ζωηρὴ ἐντύπωση τοῦ προξένησε τὸ ἀκόλουθο ἀπόφθεγμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ, πὸὺ εἶχε τὸν τίτλο «Πὲρὶ Νόμου Πνευματικοῦ»:

 

«Ἐὰν ζητᾶς ὠφέλεια, ἐπιμελήσου τὴ συνείδησή σου,

κάνε ὅσα σοῦ λέει καὶ θὰ εὕρεις τὴν ὠφέλεια».

 

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἦταν σὰν νὰ ἄκουσε τὸ λόγο αὐτὸ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ καὶ ἄρχισε ἀμέσως νὰ κάνει ὅτι τὸν πρόσταζε ἡ συνείδησή του. Καὶ αὐτή, πὸὺ εἶναι κάτι θεϊκό, τὸν παρακινοῦσε συνεχῶς στὰ ἀνώτερα, ἔτσι ὥστε αὔξησε τὴν προσευχὴ καὶ τὴν μελέτη του μέχρι τὴν ὥρα πὸὺ ἄρχιζε νὰ λαλεῖ ὁ πετεινός, δηλαδὴ μέχρι τὰ χαράματα. Σὲ αὐτὸ τὸν βοηθοῦσε καὶ ἡ συνεχὴς νηστεία. Ἔτσι, ἀκόμα καὶ πρὶν φύγει ἀπὸ τὸν κόσμο, ζοῦσε σχὲδὸν ἀσώματο βίο. Δὲν τοῦ χρειάστηκε λοὶπὸν πὸλὺς καιρός, γιὰ νὰ ἐκδημήσει ἐντελῶς ἀπὸ τὰ ὁρώμενα καὶ νὰ εἰσδύσει στὰ ἀόρατα θεῖα θεάματα.

 

Κάποια νύχτα, λοιπόν, πὸὺ προσευχόταν καὶ μὲ καθαρὸ νοῦ ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὸν Θεό, εἶδε ξαφνικὰ νὰ λάμπει ἄπλετο φῶς ἀπὸ τὸὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ κατεβαίνει πρὸς αὐτόν. Φώτισε τὰ πάντα καὶ τὰ μετέβαλε σὲ μία ὁλοκάθαρη ἡμέρα. Καθὼς ἦταν καὶ ὁ ἴδιος τυλιγμένος ἀπὸ αὐτὸ τὸ φῶς, τοῦ φαινόταν σὰν νὰ ἐξαφανίσθηκε ὁλόκληρη ἡ οἰκία μὰζὶ μὲ τὸ δωμάτιό του, ἐνῷ ὁ ἴδιος εἶχε ἁρπαγεῖ στὸν ἀέρα, νιώθοντας σὰν νὰ μὴν εἶχε καθόλου σῶμα. Κατάπληκτος ἀπὸ τὸ μέγα τοῦτο μυστήριο κραύγαζε μὲ μεγάλη φὼνὴ τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Καθὼς βρισκόταν μέσα σὲ αὐτὸ τὸ θεῖο φῶς, βλέπει στὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ μία ὁλόφωτη νεφέλη, ἄμορφη καὶ ἀσχημάτιστη, γεμάτη ἀπὸ τὴν ἄρρητη δόξα τοῦ Θεοῦ. Στὰ δεξιὰ τῆς ἔστεκε ὁ πνευματικὸς τοῦ πατέρας Συμεὼν ὁ Εὐλαβής. Ἔμεινε σὲ αὐτὴ τὴν ἐκστατικὴ κατάσταση γιὰ πολύ, χὼρὶς νὰ αἰσθάνεται, καθὼς βεβαίωνε ἀργότερα, ἐὰν ἦταν μέσα στὸ σῶμα ἢ ἐκτὸς τοῦ σώματος. Ὅτὰν κάποτε ἐκεῖνο τὸ φῶς σίγὰ – σὶγὰ ὑποχώρησε, ἦλθε στὸν ἑαυτό του καὶ κατάλαβε πὼς βρίσκεται μέσα στὸ δωμάτιο.

 

Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ θεωρία, ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἱκέτευε συνεχῶς τὸ Γέροντά του νὰ τὸν κείρει μοναχό.

 

Ἀλλὰ ὁ πνευματικὸς τοῦ πατέρας τὸν ἀναχαίτισε, ἐπειδὴ ἦταν νέος στὴν ἡλικία καὶ ἔτσι ὁ Ὅσιος ἐπέστρεψε στὴν οἰκία τοῦ θείου του, ὅπου ἄρχισε μὲ ἐπιμέλεια νὰ μελετᾶ. Βαθιὰ ἐντύπωση ἀπεκόμισε ἀπὸ τὰ ἔργα τῶν Ἁγίων Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ καὶ Διαδόχου Φωτικῆς, τὰ ὁποία ἔλαβε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ πνευματικοῦ του.

 

Κατὰ τὸ ἔτος 970 μ.Χ. ὁ Συμεὼν ἐπισκέφθηκε τὸὺς γονεῖς του καὶ τὸὺς ἀνακοίνωσε τὴν κλίση του γιὰ τὸν μοναχικὸ βίο. Μάταια ἐκεῖνοι προσπάθησαν νὰ μεταβάλλουν τὴν ἀπόφαση τοῦ μονάκριβου υἱοῦ τους. Ἡ ἀπόφαση τοῦ Συμεὼν ἦταν σταθερή. Ἀρνήθηκε ἐγγράφως τὴν πατρικὴ περιουσία πὸὺ τοῦ ἀνῆκε καὶ κατέφυγε στὴ μὸνὴ τοῦ Στουδίου. Λίγο ἀργότερα μεταβαίνει στὴ μὸνὴ τοῦ Ἁγίου Μάμαντος τοῦ Ξηροκέρκου, ὑπὸ τὸν ἡγούμενο Ἀντώνιο, πὸὺ βρισκόταν κὸντὰ στὴ μὸνὴ τοῦ Στουδίου. Μετὰ ἀπὸ μία διετία ἐκάρη ἐδῶ μοναχός, γιὰ νὰ φωτίζει ὅλους τὸὺς πιστοὺς μὲ τὸ φῶς τῆς γνώσεως, πὸὺ φώτιζε τὸν ἑαυτό του. Ὅτὰν μετὰ ἀπὸ λίγο πέθανε ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς, ὁ Ὅσιος Συμεὼν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Πατριάρχη Νικολάου τοῦ Χρυσοβέργη (984 – 995 μ.Χ.) καὶ τὴν ἔγκριση τῶν μοναχῶν τοῦ Ἁγίου Μάμαντος, ἔγινε ἡγούμενος τῆς μονῆς.

 

Ὡς ἡγούμενος ὁ Ὅσιος ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσει πὸλλὲς δυσάρεστες καταστάσεις. Ὄχι μόνο τὴν κατεστραμμένη μονή, ἀλλὰ πρὸ πάντων τὸ ἀνθρώπινο στοιχεῖο. Ἡ μὸνὴ παρομοιαζόταν μὲ κατάλυμα κοσμικῶν καὶ νεκρῶν σωμάτων. Καὶ ἡ μὲν μὸνὴ ὡς οἰκοδόμημα κατελαμπρύνθηκε, ἡ πνευματικὴ ὅμως συγκρότηση τῶν μοναχῶν ἀπαιτοῦσε πὸλλὲς ἀνυπέρβλητες προσπάθειες. Ἡ διδασκαλία του συνάντησε τὴν μεγάλη ἀδιαφορία ὁρισμένης ὁμάδας μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν στὸ σημεῖο, κατὰ τὴν διάρκεια μία πρωϊνῆς κατηχήσεως, νὰ ἐπιτεθοῦν κατὰ τοῦ Γέροντός τους. Κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἐπιθέσεως ὁ Ὅσιος, «τὰς χεῖρας δεσμεύσας πρὸς ἑαυτὸν καὶ εἰς οὐρανὸν ἄρας αὐτοῦ τὴν διάνοιαν, ἐπὶ χώρας ἄσειστος ἔστη, ὑπομειδιῶν καὶ φαὶδρὸν ἀτενίζων πρὸς τὸὺς ἀλάστορας».

 

Αὐτὸ ἦταν ἀρκετὸ νὰ ἀφοπλίσει τελείως τὸὺς τριάντα ἐκείνους μοναχούς, οἱ ὁποῖοι ἐπέδειξαν αὐτὴ τὴν συμπεριφορά. Ὁ Πατριάρχης Σισίννιος ὁ Β’ (996 – 998 μ.Χ.) πρὸς τὸν ὁποῖον κατέφυγαν ἀμέσως, γιὰ νὰ δικαιωθοῦν προφανῶς ἀπὸ αὐτόν, ἐξεπλάγη ἀπὸ τὴν μανία καὶ τὸν φθόνο τῶν ἀσύνετων μοναχῶν καὶ διέταξε νὰ ἐξορισθοῦν. Ὅμὼς ὁ Ὅσιος Συμεὼν παρακάλεσε θερμῶς τὸν Πατριάρχη νὰ τὸὺς συγχωρέσει.

 

Ὁ Ὅσιος, παρὰ τὰ πὸλλὰ καθήκοντά του στὴ μονή, εὕρισκε καὶρὸ νὰ γράφει «τῶν θείων ὕμνων τὸὺς ἔρωτες», τὸὺς «λόγους τῶν ἐξηγήσεων», τὸὺς «κατηχητικοὺς λόγους», τὰ «Πρακτικά, Γνωστικὰ καὶ Θεολογικὰ Κεφάλαια».

 

Δυσάρεστα ζητήματα ἐναντίων τοῦ Ὁσίου δημιούργησε ὁ σύγκελλος τοῦ Πατριάρχη, Μητροπολίτης Νικομήδειας Στέφανος. Ἀφὸρμὴ γι’ αὐτὸ ἦταν ἡ ἀγαθὴ φήμη τοῦ Ὁσίου. Ἐπεὶδὴ ὁ σύγκελλος δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ στὸν βίο τοῦ Ὁσίου κάποια κατηγορία, στράφηκε πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ κοιμηθέντος ἤδη Γέροντός του. Ἡ κατηγορία τοῦ σύγκελλου ἦταν ὅτι ὁ Ὅσιος ὑμνοῦσε τὸν πνευματικό του πατέρα ὡς Ἅγιό. Τελικὰ ἔπεισε τὴν Σύνοδο νὰ διερευνήσει τὸ ζήτημα. Καὶ μετὰ τὴν διαδικασία αὐτή, ὅλοι ἀναγνώρισαν, ἐκτὸς τοῦ σύγκελλου, τὸ δίκαιο τοῦ Συμεῶν. Τότε ὁ σύγκελλος συνεργάστηκε μὲ μοναχοὺς πὸὺ ἐχθρεύονταν τὸν Ὅσιο καὶ ἔκλεψε ἀπὸ τὴ μὸνὴ τὴν εἰκόνα ἐπὶ τῆς ὁποίας εἶχε ἁγιογραφηθεῖ ὁ πνευματικὸς πατέρας τοῦ Ὁσίου μὰζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἄλλους Ἁγίους. Ὁ Ὅσιος διατάχθηκε νὰ προσέλθει στὴ Σύνοδο, γιὰ νὰ ἀπολογηθεῖ. Καὶ πάλι βρέθηκε ἀθῶος.

 

Ὁ Ὅσιος παρέμεινε ἐπὶ εἴκοσι πέντε χρόνια ὡς ἡγούμενος καὶ τὸ ἔτος 1005 ἀποσύρθηκε σὲ ἡσυχαστήριο στὸ ἀντίπερα ἐρημόκαστρο τῆς Χρυσουπόλεως, πὸὺ ἐκαλεῖτο Παλουκητὸν καὶ ἡσύχαζε στὴ μὸνὴ τῆς Ἁγίας Μαρίνας. Στὴν ἡγουμενία τὸν διαδέχθηκε ὁ μαθητής του Ἀρσένιος. Κοιμήθηκε ὲν Εἰρήνη τὸ ἔτος 1022.

 

Ἡ Σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο στὴ μὸνὴ τοῦ Στουδίου, στὴ μὸνὴ τοῦ Ἁγίου Μάμαντος καὶ στὴ μὸνὴ τῆς Ἁγίας Μαρίνας.

 

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἐδίδασκε ὅτι ἡ πρὸς Θὲὸν εἰλικρινὴς ἀγάπη καὶ ἡ μετάνοια ἦσαν ἀσφαλεῖς ὁδοὶ πρὸς τὴ θέωση. Ἡ τριαδολογικὴ βάση τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπολήγει ἱστορικὰ στὰ χριστολογικὰ πλαίσια τῆς σωτηρίας καὶ τῆς λυτρώσεως, μὲ σαφεῖς ἐκκλησιολογικὲς ἀλλὰ καὶ ἐσχατολογικὲς προεκτάσεις πρὸς τὴν ὁλοκλήρωση καὶ πλήρωση τῆς τελειώσεώς του. Τὸ φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀποκαθαίρει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, διαστέλει «τὸν μέτοχον αὐτοῦ» ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦ σκότους καὶ τῆς πτώσεως καὶ δημιουργεῖ τὶς προϋποθέσεις, ὥστε οἱ πιστοὶ ἀπὸ τώρα νὰ ἀρχίσουν νὰ γεύονται τὴ μέλλουσα δόξα τους. Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ Ὅσιος Συμεῶν: «Τὸ φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος φαῖνον ἐν καθαρᾷ καρδία πὰντὸς ἀφιστᾷ τοῦ κόσμου καὶ τὸν μέτοχον αὐτοῦ ἀπ’ ἐντεῦθεν ἤδη ἐμφορεῖσθαι πὲρὶ τῆς μελλούσης δόξης». Ἐδὼ ἡ θέωση σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὸ ἱστορικὸ καὶ ἐσχατολογικὸ ἔργο τῆς Θείας Οἰκονομίας, ἀφοῦ τελικὸς σκὸπὸς εἶναι ἡ σωτηρία καὶ ἡ δοξοποίηση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτοῦ τοῦ σωτηριολογικοῦ ἔργου «ἀπαρχή», «μεσότης» καὶ «τελειότης» εἶναι ὁ Χριστός.

 

Ἡ τελείωση καὶ ἡ θέωση ὁλοκληρώνεται στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀναφέρει σχετικὰ ὁ Ὅσιος ὅτι ὁ Χρὶστὸς εἶναι ἡ Βασιλεία καὶ ἡ Ἐδέμ. «Σὺ βασιλεία οὐρανῶν, σὺ γῆ, Χριστέ, πραέων, σὺ χλόης παράδεισος, σὺ ὁ νὺμφὼν ὁ θεῖος».

 

Γιὰ τὴ θεολογική του κατάρτιση καὶ δεινότητα, ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὀνομάσθηκε Νέος Θεολόγος, «ὁ Θεολόγος τοῦ φωτὸς» ἢ «ὁ Ἅγιὸς τοῦ φωτός». Κατὰ τὶς πνευματικὲς ἀναβάσεις τοῦ Ἁγίου, ἐπιδιδόμενος στὴν ἡσυχία, ἐλευθερωνόταν ἀπὸ τὴν ὕλη, ἡ γλῶσσα τοῦ γινόταν γλῶσσα πυρός, συνέθετε καὶ θεολογοῦσε θείους ὕμνους, γινόταν ὁλόκληρος πῦρ, ὁλόκληρος φῶς καὶ θεωνόταν κατὰ χάριν. Ἄλλοτε, μαρτυρεῖται ὅτι βρισκόταν ἐπάνω στὴ γῆ καὶ ἔχοντας τὰ χέρια ὑψωμένα καὶ προσευχόμενος, ἦταν «ὅλος φὼτὸς καὶ ὅλος λαμπρότητος»..

 

Εὐχόμαστε ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ Ὅσιος Θεοφάνης ὁ Ὁμολογητής, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος, ποὺ γιορτάζει σήμερα ὁ Πάπας τῆς Ρώμης, ἀλλὰ καὶ ὁ Ὅσιος Συμεῶν ὁ Νέος Θεολόγος, νὰ σκεπάζουν καὶ νὰ μᾶς εὐλογοῦν ὅλους μας καὶ μάλιστα εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ὁ Θεὸς νὰ εἶναι μαζί σας. Καλή σας ἡμέρα.

 

Ἀπολυτίκιον. Ὄσιου Συμεῶν τοῦ Νέου Θεολόγου.

 

Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχὸς γ’. Θείας Πίστεως.

Στόμα γρήγορον καταπλουτήσας, νομεὺς ἄριστος τοῦ θείου λόγου, ἀνεδείχθης Ἱεράρχα Γρηγόριε· τῶν ἀρετῶν γὰρ ἐκφάντωρ γενόμενος, δικαιοσύνης ἐκφαίνεις τὴν ἔλλαμψιν· Πάτερ Ὅσιε, Χρὶστὸν τὸν Θὲὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.


Κοντάκιον. 
Ἦχὸς πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῆς Ἐκκλησίας τὴν κιθάραν τὴν θεόπνευστον
Καὶ τῆς σοφίας γλῶσσαν ὄντως τὴν θεόληπτον
Τὸν Διάλογον ὑμνήσωμεν ἐπαξίως·
Ἀποστόλων γὰρ τὸν ζῆλον μιμησάμενος
Ἠκολούθησε σαφῶς αὐτῶν τοῖς ἴχνεσι·
Τοὺτῳ λέγοντες, χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

 

 

Μεγαλυνάριον.

Νᾶμα θεηγόρε ζωοποιόν, ἐκ πηγῶν ἀΰλων, ἀρυσάμενος μυστικῶς, βλύζεις ἐκ χειλέων, ὡς ὕδωρ ἀφθαρσίας, τοῦ Πνεύματος τὴν χάριν, Πάτερ Γρηγόριε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου