ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ - Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2025
Ἀγαπητοί
μας τηλεθεατές, καλή σας ἡμέρα. Σήμερα, 22 τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία
ἑορτάζει τὴν εὕρεση τῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ Μαρτύρων των ἐν τοῖς Εὐγενίου
ἐν Κωνσταντινούπολῃ. Βρέθηκαν δηλαδὴ στὴν περιοχὴ Εὐγενίου, στὴν Κωνσταντινούπολη,
τὰ Ἅγια Λείψανα ἀγνώστων Ἁγίων καὶ Μαρτύρων ὅπως θὰ διαβάσουμε παρακάτω. Ὅμως,
θὰ ἀναφέρουμε καὶ τὸ βίο ἑνὸς ὁσίου ὅπου τὰ συνηθισμένα συναξάρια δὲν ἔχουν
μέσα τὸ βίο καὶ τὴν πολιτεία του. Εἶναι Ὁ Ὅσιος Λεόντιος, ὁ Ἐν Ἡλικίᾳ Ἀσκήσας,
στὴ Μικρὰ Ἀσία δηλαδή.
Γιὰ
νὰ ἀκούσουμε τώρα τὸ βίο, τὸ συναξάρι, τί μᾶς λέει γιὰ τὴν εὕρεση τῶν λειψάνων
τῶν Ἁγίων Μαρτύρων.
«Κατὰ
τὴν Πατριαρχία τοῦ Θωμᾶ τοῦ I, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, μιλᾶμε γιὰ τὸν 7ο
αἰῶνα, βρέθηκαν θαμμένα στὴν γῆ, στὴ συνοικία Εὐγενίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως,
λείψανα ἀγνώστων Μαρτύρων. Μόλις ὁ Πατριάρχης Θωμᾶς τὰ ἐξέθεσε σὲ λαϊκὸ
προσκύνημα, πλῆθος Ἰάσεων ἔλαβαν χώρα μεταξὺ τοῦ λαοῦ ποὺ εἶχε συρρεύσει ἀπὸ
παντοῦ. Πολλὰ χρόνια ἀργότερα, ἕνας κληρικὸς ὀνόματι Νικόλαος, ποὺ ἀσκοῦσε καὶ
τὸ ἐπάγγελμα τοῦ καλλιγράφου, ἀνακάλυψε, μετὰ ἀπὸ θεία ἀποκάλυψη, ὅτι μεταξὺ τῶν
μονωνύμων λειψάνων βρίσκονταν ἐκεῖνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ μαθητῶν τοῦ Ἀποστόλου
Παύλου, Ἀνδρονίκου καὶ Ἰουνίας, ποὺ ἀναφέρονται στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή.
Ἀργότερα,
τὸν 12ο αἰῶνα, ὁ Αὐτοκράτορας Ἀνδρόνικος I ὁ Κομνηνὸς ἔκτισε περικαλλῆ ναὸ στὸν
τόπο ποὺ τιμούνταν τὰ λείψανα αὐτά. Αὐτὰ ὅσον ἀφορᾶ γιὰ τὴν εὕρεση τῶν λειψάνων
τῶν Ἁγίων Μαρτύρων ποὺ βρέθηκαν στὴν περιοχὴ Εὐγενίου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο μᾶς
κάνει ἐντύπωση καὶ πρέπει νὰ σταθοῦμε ὀλίγον στὴ σημερινὴ αὐτὴ ἑορτὴ τῆς εὑρέσεως
τῶν Ἁγίων Λειψάνων εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀνέκαθεν μέσα στὴν Ἐκκλησία ὑπῆρχε
ἡ παράδοση νὰ τιμῶνται τὰ Ἅγια καὶ Ἱερὰ λείψανα.
Βλέπουμε
δηλαδὴ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὅλες οἱ γενεὲς τῶν πιστῶν χριστιανῶν, τῶν εὐσεβῶν
Ὀρθοδόξων τιμοῦσαν τὰ Ἅγια λείψανα. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων μέχρι καὶ
ἀργότερα ἀκόμη τιμούσαν τὰ Ἅγια λείψανα διότι πίστευαν καὶ ἔβλεπαν ὅτι ἔχουν
γίνει σκηνώματα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία ἐνοικοῦσε κατὰ τὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου ἢ
τοῦ Μάρτυρος μέσα στὸ σῶμα του. Καὶ ὅταν ἡ Ἁγία Ψυχὴ τῶν Ἁγίων ἔφυγε γιὰ τὴ
Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τὰ σκηνώματα τους, τὰ Ἱερά τους δηλαδὴ λείψανα ἔγιναν καὶ αὐτὰ
δοχεῖα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ ἔμειναν προκαλῶντας καὶ φαίνοντας μᾶλλον στὸ
πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας μεταφέρουν τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ ταυτόχρονα προκαλοῦν πολλὰ
θαύματα σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔρχονται μὲ πίστη καὶ εὐλάβεια νὰ τὰ
προσκυνήσουν.
Πάντοτε
ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι δείχναμε ξεχωριστὴ τιμὴ στὰ Ἅγια καὶ στὰ Ἱερὰ Λείψανα καὶ δὲν
ἀποτελεῖ αὐτό, θὰ λέγαμε κατὰ κάποιο τρόπο, μία παράδοση ποὺ ἔχει τὶς ρίζες τῆς
σὲ κάποιους αἰῶνες πρίν, ἀλλὰ ὅπως εἴπαμε ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἀκόμα,
τιμοῦσαν οἱ Χριστιανοὶ πάντοτε τὰ Ἅγια Λείψανα, ἔκτιζαν ναοὺς πάνω στοὺς τάφους
τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καὶ ἤξεραν πὼς κάτω ἀπὸ τὰ θυσιαστήρια τοὺς ἔπρεπε νὰ ὑπῆρχαν
Λείψανα Ἁγίων Μαρτύρων, ὅπως ὑπάρχουν καὶ σήμερα καὶ παρατηροῦμε αὐτό, ὅτι
δηλαδὴ ὁ Ἅγιος ἐκεῖνος Πατριάρχης Ὁ Θωμᾶς I ὁ Κωνσταντινουπόλεως, ὅταν βρῆκε τὰ
Λείψανα αὐτῶν τῶν Ἁγίων Μαρτύρων στὴν περιοχὴ Εὐγενίου στὴν Κωνσταντινούπολη,
παρ' ὅτι δὲν γνώριζε καὶ ὁ ἴδιος τίνος τὰ Λείψανα ἦταν, ἀμέσως τὰ ἐξέθεσε σὲ
προσκύνημα, τὰ ὁποῖα θαυματούργησαν τὰ Λείψανα, ἔστω καὶ ἂν δὲν γνώριζαν οἱ ἄνθρωποι
σὲ ποιούς Ἁγίους ἀνήκουν. Ἀλλὰ μόνο καὶ μόνο ὅτι εἶχαν γίνει δοχεῖα τῆς χάριτος
τοῦ Θεοῦ, γιατί εἶχαν ζήσει οἱ ψυχὲς τῶν Ἁγίων μέσα σὲ αὐτὰ τὰ σώματα, ἦταν ἱκανὰ
νὰ μεταδώσουν καὶ νὰ μεταφέρουν στὸ λαό τη χάρη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὰ γιὰ τὰ Ἅγια
Λείψανα, μὲ ἀφορμὴ τὴν εὕρεση τῶν Λειψάνων, τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, τῶν της Εὐγενίου.
Ἀλλὰ
σήμερα ἑορτάζει ὅπως εἴπαμε καὶ ἕνας Ἅγιος, ὁ Ὅσιος Λεόντιος, ὅπου ἀγνοεῖται ὁ
βίος του συνήθως καὶ στοὺς περισσότερους συναξαριστὲς δὲν περιέχεται. Ἔτσι λοιπὸν
σήμερα θὰ ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ ἀκούσουμε ποιός εἶναι αὐτὸς ὁ Ὅσιος Λεόντιος, ὁ
ὁποῖος ἄσκησε στὴ Λυκία καὶ ἑορτάζει σήμερα, ἀσκήθηκε ἐκεῖ πέρα στὴ Λυκία. Ὁ Ὅσιος
πατὴρ ἡμῶν Λεόντιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα.
Οἱ
γονεῖς του τὸν ἐμπιστεύτηκαν πολὺ μικρὸ στὸν παπποῦ του, ὁ ὁποῖος εἶχε κτίσει
ναὸ ἀφιερωμένο στὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ. Ἐκεῖ τὸ παιδὶ περνοῦσε ὅλο τὸν καιρό του
μαθαίνοντας ἀπ' ἔξω τὰ ἱερὰ βιβλία καὶ τὶς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας. Μιὰ μέρα ἕνας
δαιμονιζόμενος ὅρμισε κατεπάνω του.
Τὸ
παιδί του ἔδωσε ἕνα ράπισμα καὶ ὁ ἄνθρωπος θεραπεύτηκε ἀμέσως. Σὲ ἡλικία εἴκοσι
ἐτῶν υἱοθετήθηκε ἀπὸ ἕναν τοπικὸ ἄρχοντα ποὺ εἶχε ἀντιληφθεῖ τὶς ἀρετές του καὶ
ὁ ὁποῖος φρόντισε νὰ χειροτονηθεῖ πρεσβύτερος παρὰ τοὺς ἐνδοιασμοὺς τοῦ νέου.
Λίγο ἀργότερα ὁ Λεόντιος ἀπαρνήθηκε μὲ μιᾶς τοὺς γονεῖς τὰ ἀγαθὰ καὶ τὸ ἐν βιώνῳ
μέλλον ποὺ ἑτοιμαζόταν γιὰ αὐτὸν γιὰ νὰ σηκώσει τὸ σταυρὸ τοῦ Κυρίου.
Ἀφοσιώθηκε
ὁλόκληρος σὲ ἕναν ὀνομαστὸ ἀσκητὴ τὸν Νικόλαο ὁ ὁποῖος ζοῦσε στὴν περιοχὴ τῶν Ἀθηνῶν.
Ἀφοῦ ἐνεδύθη τοῦ ἀγγελικὸ σχῆμα καὶ κατηχήθηκε ἐπὶ ἕναν χρόνο τὶς ἀρχὲς τῆς
μοναχικῆς πολιτείας, ἀποχαιρέτησε τὸν πνευματικὸ πατέρα του γιὰ νὰ μεταβεῖ σὲ
προσκύνημα στοὺς Ἁγίους Τόπους μὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς ὀνόματι Κλείμεντα. Τὴν
ὥρα ποὺ ὁ Νικόλαος τοῦ ἔδινε τὴν εὐλογία του, εἶπε «Νὰ ξέρεις, τέκνο μου, ὅτι τὸ
Ἅγιο Πνεῦμα σὲ ἐπέλεξε νὰ γίνεις ὁ ποιμήν της Ἀταλίας».
Κατὰ
τὸ ταξίδι ἔκανε νὰ κοπάσει μιὰ καταιγίδα μὲ τὴν προσευχή του. Στὴν Παλαιστίνη, ἀφοῦ
προσκύνησαν στοὺς Ἁγίους Τόπους, οἱ δύο νεαροὶ μοναχοὶ μετέβησαν στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου
Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου καὶ τέθηκαν ὑπὸ τὴν καθοδήγηση ἑνὸς σεβάσμιου ἀσκητῆ
ὀνόματι Βαρνάβα, ὁ ὁποῖος εἶχε φτάσει στὴν κορυφὴ τῆς ἀρετῆς. Ὅταν μιὰ ἡμέρα ὁ
Λεόντιος πῆγε μὲ τὸν Βαρνάβα στὸ ὅρος τῶν Ἐλαιῶν, εἶδε σὰν δεύτερος προφήτης Ἠσαΐας
τὸν κύριο καθήμενο ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς δόξης αὐτοῦ, περικυκλωμένων ἀπὸ μυριάδες ἀγγέλων
ποὺ ἔψαλαν Σῶσον, Κύριε, τὸν λαόν Σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν Σου,
Στὴν
Βηθλεὲμ εἶδε ἐν θεωρίᾳ πολλὲς φορὲς τὸ λαμπρὸ ἄστρο πάνω ἀπὸ τὸ σπήλαιο καὶ μετὰ
τὰ ὁράματα αὐτὰ ἔλαβε τὴ δύναμη νὰ ἐπιτελεῖ θαύματα καὶ νὰ ἐκβάλει δαιμόνια. Ὑποχρεωμένος
νὰ ἐγκαταλείψει τὴν Παλαιστίνη ποὺ βρισκόταν ὑπὸ βαρβαρικὸ ζυγό, ὁ Λεόντιος πῆρε
τὸ δρόμο τῆς ἐξορίας μαζὶ μὲ τὸν πνευματικό του πατέρα καὶ τρεῖς ἄλλους ἀδελφούς.
Μετὰ ἀπὸ μακρὺ καὶ κοπιαστικὸ ταξίδι ἔφτασαν στὴν Ἀττάλεια τῆς Πισιδίας οἱ
κάτοικοι τῆς ὁποῖα ζοῦσαν μέσα στὴν ἀνηθικότητα σὰν ἄγρια θηρία δίχως φόβο Θεοῦ
στὴν καρδιά.
Ἀπὸ
τὴν ἡμέρα ὅμως ποὺ ὁ Ἅγιος ἄρχισε νὰ κηρύττει τὴ μετάνοια, στηρίζοντας τοὺς
λόγους του μὲ λαμπρὰ θαύματα, οἱ ἄνθρωποι τῆς περιοχῆς ἄρχισαν νὰ ἀλλάζουν
τρόπο ζωῆς καὶ ὅσοι δὲν ἦσαν χριστιανοὶ βαπτίστηκαν ἀμέσως ἀπὸ τὸν Ἅγιο. Μετὰ τὸ
ἱεραποστολικὸ αὐτὸ ἔργο ὁ Ἅγιος Λεόντιος ἀποσύρθηκε στὸ ὅρος Κοντοβάκιο ποὺ δὲν
ἦταν πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη. Στὸν ἀκμηρὸ ἐκεῖνο τόπο ἐκτεθειμένος στὴ
δριμότητά του χειμῶνα καὶ τὸν καύσωνα τοῦ θέρου ἔγινε πόλος ἕλξεως γιὰ ὅσους ἀναζητοῦσαν
τὸν Θεό.
Οἱ
μαθητὲς τοῦ πλήθηναν τόσο ποὺ χρειάστηκε νὰ κτιστοῦν ἑπτὰ ναοί, πολλὰ καλιὰ καὶ
μεγάλοι ξενῶνες γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τῶν προσκυνητῶν. Ὁ Ἅγιος παρεῖχε τοὺς μαθητές
του ἦταν ἀναγκαῖα ὡς πρὸς τὸ ζῆν καὶ ἦταν σὲ ὅλα ὁ διδάσκαλος, ὁ σύμβουλος καὶ ὁ
πατέρας τους. Σύμφωνα μὲ τὴν προφητεία τοῦ Νικολάου ἔγινε γιὰ ὅλη τὴν περιοχὴ ἡ
ζῶσα εἰκόνα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Μὲ
τὴν προσευχή του καὶ μόνο ἔσωσε ἀπὸ πλημμύρα την Ἀτάλια, ἀπόθυσε εἰσβολῆς, ἔσωσε
πλοῖα ἀπὸ καταποντισμὸ καὶ θεράπευσε πολλοὺς ἀσθενεῖς. Ἀναπαύθηκε ἐν εἰρήνῃ καὶ
μετὰ τὴν ἐκδημία του συνέχισε νὰ ἐπιδαψιλεύει τὴν Θεία Φιλευσπλαχνία μὲ τὸ Ἅγιο
Μύρο ποὺ ἀνάβλυζε ἀπὸ τὸν τάφο του, δίνοντας μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο μαρτυρία γιὰ τὴν
Παρρησία ποὺ ἔχαιρε παρὰ τὸ Κυρίο.
Βλέπουμε
λοιπὸν ἕναν Ἅγιο ἰδιαίτερα θαυματουργὸ καὶ εὐλογημένο τὸν Ὅσιο Λεόντιο, ὁ ὁποῖος
ὅπως ἀκούσαμε προηγουμένως καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, ἦταν δηλαδὴ Ἕλληνας στὴν
καταγωγή του καὶ ἔζησε κατόπιν στὴ Λυκία, πατρίδα τοῦ Ἁγίου Νικόλαου, τοῦ
μεγάλου αὐτοῦ Ἱεράρχου, γιατί ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἦταν ἐπίσκοπος στὰ μοῖρα της
Λυκίας καὶ ἔτσι λοιπὸν καὶ ἐκεῖνος στὰ μέρη ἐκεῖνα καὶ μάλιστα στὴν πόλη της Ἀτάλιας
ὅπου μὲ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου του ὁδηγοῦσε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους εἰς νομὰς
σωτηρίους.
Ὁ
Ὅσιος Βαραδάτος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια.
Ἐπειδὴ
δὲ ἀγάπησε τὴν ἐρημικὴ κατὰ θεὸν ζωή, πρῶτα κλείστηκε σὲ μικρὸ κελί, μετὰ δὲ πῆγε
σὲ ἕνα ὕψωμα, τὸ ὑψηλότερο τῆς περιοχῆς, καὶ ἐκεῖ κατασκεύασε μικρὸ κιβώτιο ἀπὸ
ξύλα, τὸ ὁποῖο δὲ χωροῦσε καλά-καλὰ τὸ σῶμα του. Ἀναγκαζόταν πάντοτε νὰ σκύβει,
ἐπειδὴ τὸ κιβώτιο δὲν εἶχε ὕψος ἀνάλογο μὲ τὸ μέγεθος τοῦ σώματός του, ἀλλὰ καὶ
οἱ σανίδες δὲν ἦταν καλὰ ἑνωμένες μεταξύ τους, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ
προστατεύεται οὔτε ἀπὸ τὶς βροχές, οὔτε ἀπὸ τὸ κάμβα τοῦ ἡλίου. Ἀφοῦ, λοιπόν, ἔζησε
τέτοια ταλαιπωρημένη ζωὴ γιὰ πολλὰ χρόνια, βγῆκε ἀπὸ τὸ κιβώτιο, ἔχοντας πεισθεῖ
στὶς συμβουλὲς τοῦ τότε πατριάρχου Ἀντιοχείας Θεοδότου.
Ὅμως,
ἂν καὶ βγῆκε ἀπὸ ἐκεῖ, στεκόταν συνεχῶς, ἐκτείνοντας τὰ χέρια του στὸν οὐρανὸ
καὶ δοξολογῶντας τὸν Θεό. Τὶς κακουχίες ὑπέμενε ὁ ὅσιος, μολονότι δὲν εἶχε τὸ σῶμα
του γερό, ἀλλὰ ἀσθενικὸ καὶ μὲ παθήσεις. Καθώς, ὅμως, πυρπολοῦνταν ἀπὸ τὸ θεῖο ἔρωτα
καὶ τὴ ζέουσα προθυμία, βίαζε τὸ σῶμα του νὰ κοπιάζει σὲ ἐκεῖνα ποὺ δὲν μποροῦσε
νὰ κοπιάζει.
Ὅμως,
ἂν καὶ βρισκόταν στὸ ὕψος αὐτὸ τῆς ἀρετῆς, εἶχε φρόνημα ταπεινό, διότι γνώριζε,
ὡς φρόνιμος, τὸ πῶς ἡ βλάβη προξενεῖ στὸν ἄνθρωπο τὸ ὑπερήφανο φρόνημα. Μὲ
τέτοιο, λοιπόν, τρόπο, ἔχοντας ζήσει τὴ ζωή του ὁ τρισμακάριστος, ἐν εἰρήνῃ ἀπῆλθε
πρὸς τὸν Κύριο. Μᾶς προκαλεῖ ἐντύπωση ἡ ἄσκηση τῶν Ἁγίων Ἀσκητῶν, μερικῶν δέ, ὅπως
τῶν Στυλιτῶν, ἢ τῶν σήμερα ἑορταζομένων ὁσίου Λιμναίου καὶ Βαραδάτου, φαντάζουν
ὑπὲρ τὴν φύση, εἶναι φρικτὲς καὶ μόνο στὸ ἄκουσμά τους.
Πιθανῶς δέ, καὶ κάποια ἀθυμία ἀναφέρουν στὴν ψυχὴ ἐκείνων, ποὺ σοβαρὰ σκέφτονται τὸ θέμα τῆς σωτηρίας μὲ τὴ σκέψη «αὐτοὶ σώθηκαν μὲ τόσο μεγάλη ἄσκηση, τί θὰ γίνει μὲ ἐμένα ποὺ δὲν ἔκανα ἢ δὲν μπορῶ νὰ κάνω κάτι τέτοιο», μιὰ τέτοια ἀνησυχία, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ὅτι εἶναι ἐπωφελής, ὅτι εἶναι καλὴ ἀνησυχία. Μᾶς κεντρίζει νὰ κάνουμε κάτι παραπάνω στὸ θέμα αὐτὸ τῆς ἀσκήσεως, νὰ γίνουμε πιὸ ὀλιγαρκεῖς, λιγότερο ἐπιρρεπεῖς σὲ αὐτὰ ποὺ εὐχαριστοῦν τὴ σάρκα, νὰ ἀγωνιστοῦμε ἔστω λίγο παραπάνω ἐνάντια στὰ σαρκικὰ θελήματα. Ἴσως ὅμως τὸ σημαντικότερο εἶναι ὅτι μᾶς βοηθεῖ νὰ ταπεινωθοῦμε, νὰ προσγειωθοῦμε πνευματικὰ καὶ νὰ μὴν νομίζουμε ὅτι κάτι εἴμαστε ἢ ὅτι κάτι σπουδαῖο κάνουμε, καὶ αὐτὴ ἡ ταπείνωση μπορεῖ νὰ ἀναπληρώσει ἐν πολλῆς τὴν ἄσκηση ποὺ μᾶς λείπει.
Ἔτσι
λοιπὸν ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ εὐχόμεθα ἡ χάρις τῶν Ἁγίων Μαρτύρων ἀλλὰ καὶ τοῦ Ὄσιου
Λεοντίου & Ὄσιου Βαραδάτου νὰ μᾶς εὐλογεῖ καὶ νὰ μᾶς ἁγιάζει ὅλους σήμερα
ποὺ τιμᾶμε τὴν Ἁγία Μνήμη τους. Καλή σας ἡμέρα καὶ εὐλογημένη.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ὡς
ῥόδα νοητά, καὶ χαρίτων ταμεῖα, ἐφάνησαν ἐκ γῆς, τὰ σεπτὰ ὑμῶν σκηνή,
πανένδοξοι Μάρτυρες, Ἐκκλησίας ἑδραίωμα, διαπνέοντα, τῶν ἰαμάτων τὴν χάριν, καὶ
παρέχοντα, ὀσμὴν ζωῆς τοῖς ἐκ πόθου, ὑμᾶς μακαρίζουσι.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.
Ἀθλοφορικήν, ἐκφαίνοντα εὐκληρίαν, καὶ πνευματικήν, ἐκπνέοντα εὐωδίαν, ἀνεφάνησαν γῆθεν ὑμῶν νῦν τὰ λείψανα, Ἀθλοφόροι παναοίδιμοι, τῶν Ἀγγέλων ὁμοδίαιτοι, καὶ Χριστοῦ κήρυκες ἔνθεοι· ὃν δυσωπεῖτε θερμῶς, τοῦ σωθῆναι ἡμᾶς.
Μεγαλυνάριον.
Ἤνθησαν ὡς κρίνα μυροβαφῆ, τὰ λείψανα ἤδη, ἐν τῷ κόσμῳ ὑμῶν σεπτῶς, καὶ τῆς ἀφθαρσίας, τῇ νοητῇ εὐπνοίᾳ, Μάρτυρες τοῦ Κυρίου, ἡμᾶς εὐφραίνουσι.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου