Αρθρογραφια - Αναγνωσματα

[Αρθρογραφία - Αναγνώσματα][bsummary]

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ

[ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ][bigposts]

business

[Ορθοδοξία][twocolumns]

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ Παρασκευὴ 14 Φεβρουαρίου 2025


Ἀγαπητοί μας τηλεθεατές, καλή σας ἡμέρα. Σήμερα, 14 τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς Ἡμῶν Αὐξεντίου. Γιὰ νὰ ἀκούσουμε λοιπὸν τὸ Ἱερὸ Συναξάριο τοῦ Ὁσίου Αὐξεντίου, αὐτοῦ τοῦ Μεγάλου Ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ ἔζησε τὸν 5ο αἰῶνα μ.χ.


Ὁ Ὅσιος Αὐξέντιος ἦταν Πέρσης στὴν καταγωγὴ καὶ γεννήθηκε στὴ Συρία ὅπου εἶχε καταφύγει ὁ πατέρας του, ἐξ αἰτίας τοῦ διωγμοῦ ποὺ ἐξαπέλυσε ὁ βασιλέας τῆς Περσίας Σαβώριος Β. Ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ, τὸν 5ο αἰῶνα δηλαδή, ἐγκαταστάθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἔγινε ἀξιωματοῦχος στὴν αὐτοκρατορικὴ φρουρά. Ἔχαιρε τὶς ὑπολήψεις τοῦ Αὐτοκράτορα καὶ τὶς ἐκτιμήσεις ὅλων γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν ἁγνότητα τῶν ἠθῶν. Συνδεόταν φιλικὰ μὲ ἀνθρώπους ἐπιφανὴς γιὰ τὶς ἀρετές τους καὶ τὴν ἀσκητικὴ πολιτεία τους ὅπως ὁ Ἅγιος Μαρκιανός, ὁ μελετικὸς οἰκονόμος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ὁ Ἄνθινος καὶ ὁ Σίτας, μὲ τοὺς ὁποίους περνοῦσε τὶς ἡμέρες του νηστεύοντας καὶ προσευχόμενος καὶ τὶς νύχτες σὲ ἱερὲς ἀγρυπνίες, μὲ τὸ πρόσωπο λουσμένο στὰ δάκρυα.


Μετέβαιναν μαζὶ ὅσο τὸ δυνατὸν συχνότερα στὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, ποὺ εἶχε κτιστεῖ μὲ τὶς φροντίδες τοῦ Ἁγίου Μαρκιανοῦ γιὰ νὰ συμμετέχουν στὶς ὁλονύκτιες ἀκολουθίες. Συχνὰ ἐπίσης πήγαιναν στὴ συνοικία τοῦ Εὐρώμου γιὰ νὰ ἀκοῦν τὶς διδαχὲς ἑνὸς ὀνομαστοῦ Στυλίτου τοῦ Ἰωάννου. Ἡ ἁγιότητα τοῦ βίου του Αὐξεντίου, καθὼς καὶ τὰ θαύματα ποὺ ἄρχιζε ἤδη νὰ ἐπιτελεῖ τὸν ἔκαναν ξακουστό, γι' αὐτὸ καὶ ἐγκατέλειψε τὴν τύρβη τοῦ κόσμου, ἀκόμη καὶ τοὺς ἴδιους τοὺς φίλους του παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν ἐπίγειο στρατὸ γιὰ νὰ καταταχθεῖ στὶς γραμμὲς τῆς Ἀγγελικῆς Πολιτείας καὶ ἀποσύρθηκε στὸ ὅρος Ὀξεῖα κοντὰ στὴ Χαλκηδόνα ὁ ὁποῖος εἶσαι ἀφανὴς ντυμένος μὲ τρίχινο χιτῶνα κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Τιμίου Προδρόμου.


Τὸν ἀνακάλυψαν ὅμως μικροὶ βοσκοί, τοὺς ὁποίους βοήθησε θαυματουργικὰ νὰ βροῦν τὸ χαμένο κοπάδι τους. Οἱ γονεῖς τους, θέλοντας νὰ ἐκφράσουν τὴν εὐγνωμοσύνη τους, ἔκτισαν γιὰ τὸν ἀσκητὴ κοντὰ στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ ἕνα κελί. Ὁ Αὐξέντιος ὅμως ἔβαλε νὰ τοποθετήσουν ἔξω ἀπὸ αὐτὸ ἕνα στενὸ κλουβί, ὅπου κλεινόταν γιὰ νὰ διατρίβει στὴν νοερὰ προσευχή, χωρὶς νὰ παρέχει στὸ σῶμα του καμία ἄνεση.


Αὐτὸ τὸ κλουβὶ ποὺ ἔγινε ἡ κατοικία τοῦ Ἁγίου, ἔξω ἀπὸ τὸ κελὶ ποὺ τοῦ ἔχτισαν οἱ ἄνθρωποι, ἦταν πλέον ἡ ἀσκητική του παλαίστρα γιὰ πολλὰ χρόνια. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ κελὶ ἔζησε ὁ Ἅγιος πάρα πολλὰ χρόνια, δοκιμάζοντας τὸν ἑαυτό του στὴν νηστεία, στὴν ἀγρυπνία, στὴν προσευχή, στὴ σκληραγωγία, ἐνδεδυμένος μὲ τρίχινα ροῦχα. Ὅλο ἕνα καὶ περισσότεροι οἱ ἐπισκέπτες συνέρρεαν πρὸς τὸ κελὶ τοῦ Ἁγίου γιὰ νὰ λάβουν τὶς εὐλογίες του, ἢ νὰ θεραπευτοῦν διὰ τῆς προσευχῆς του.


Ὁ Αὐξέντιος ἐρχόταν σὲ κοινωνία μαζί τους μόνο σὲ ὁρισμένες ὧρες, διὰ μέσου ἑνὸς μικροῦ παραθύρου καὶ ἄρχιζε πάντα τὴ συνομιλία του παροτρύνοντάς τους νὰ δοξάζουν τὸν Θεό. Τὸν ὑπόλοιπο χρόνο ἄφηνε τοὺς ἐπισκέπτες του νὰ ἀκοῦνε ἀπὸ ἔξω τὶς προσευχὲς ἢ τὶς ἀναγνώσεις ποὺ ἔκανε ἀπὸ μέσα. Δοκιμασμένος ὁ ἴδιος στὸν καθημερινὸ καὶ ἀνελέητο ἀγῶνα κατὰ τοῦ πονηροῦ, εἶχε ἀποκτήσει τὴν δύναμη νὰ ἐκβάλει τὰ πονηρὰ δαιμόνια ἀπὸ τοὺς δαιμονιζόμενους ποὺ ἔρχονταν νὰ ζητήσουν τὴν συνδρομὴ τῆς προσευχῆς του.


Ἐλευθέρωσε μετὰ ἀπὸ τριήμερη συνεχῆ μάχη μία νέα κόρη ποὺ εἶχε κυριευθεῖ ἀπὸ τὸν δαίμονα ὡς συνέπεια τῆς ἀπιστίας τοῦ πατέρα της. Μιὰ ἄλλη φορὰ θεράπευσε κάποια τυφλὴ κυρία ἀπὸ τὴν Νικομήδεια ψαύοντα τὰ μάτια της καὶ λέγοντας «Ἂς θεραπεύσει ὁ Χριστὸς τὸ φῶς του ἀληθινόν». Καὶ πλῆθος ἄλλων θαυμάτων ἔγιναν ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ δούλου του.


Δέκα χρόνια ἀργότερα ὅταν ὁ Αὐτοκράτορας Μαρκινιανὸς συνεκάλεσε τὴν Τέταρτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Χαλκηδόνα γιὰ νὰ καταδικαστεῖ ἡ αἵρεση τοῦ Εὐτυχίου, ἔδωσε ἐντολὴ στὸν ξακουστὸ ἐρημίτη νὰ συμμετάσχει στὴ συνέλευση τῶν Ἁγίων Πατέρων γιὰ τὴν ἐξέταση τῆς πίστεως καὶ τὴν ἀκριβὴ κατανόηση τῶν ἱερῶν δογμάτων. Ἀπὸ ταπεινοφροσύνη ὁ Αὐξέντιος ἀρνήθηκε νὰ πάει στὴ Σύνοδο λέγοντας πὼς «ἡ δογματικὴ διδασκαλία εἶναι ὑπόθεση τῶν ἐπισκόπων καὶ ὄχι τῶν μοναχῶν». Μὲ τὴν ἄρνησή του νὰ ἀκολουθήσει τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ Αὐτοκράτορα αὐτοὶ ἄρχισαν νὰ ἀμφισβητοῦν τὴν ὀρθοδοξία του καὶ ἔστειλαν ἐργάτες νὰ ἀνοίξουν διὰ τῆς βίας τὸ κλουβί του.


Οἱ προσπάθειές τους στάθηκαν ὅμως μάταιες. Μετὰ ἀπὸ μία στέρεη ὁμολογία πίστεως ὁ Ἅγιος τοὺς ζήτησε νὰ προσευχηθοῦν. Ἔκαμε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ ἀφοῦ ἐπανέλαβε τρεῖς φορὲς εὐλογητὸς ὁ Θεὸς τὸ κλουβὶ ἄνοιξε εὔκολα καὶ δέχτηκε νὰ τοὺς ἀκολουθήσει.


Τὸ σῶμα του ὅμως ἦταν τόσο ἐξαντλημένο ἀπὸ τὶς σκληραγωγίες ὥστε χρειάστηκε νὰ τὸν μεταφέρουν μὲ ἅμαξα καὶ στὸν δρόμο ἐλευθέρωσε πολλοὺς δαιμονισμένους. Φτάνοντας στὴ Μονὴ Φιλέα ἔκλεισαν τὸν Αὐξέντιος ἕνα κελὶ σὰν νὰ ἦταν κακοποιός. Ἀπὸ ἐκεῖ τὸν μετέφεραν στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ὑπατίου στὰ περίχωρα τῆς Χαλκηδόνος ὅπου ἔγινε δεκτὸς μὲ μεγάλη χαρὰ ἀπὸ τοὺς μοναχούς.


Ὁ Αὐτοκράτορας τὸν κάλεσε στὰ Ἀνάκτορα τοῦ Ἑβδόμου, τοῦ συμπεριφέρθηκε μὲ τὸν μεγαλύτερο σεβασμὸ καὶ τὸν πίεσε νὰ ἐκφράσει τὴν ὑποστήριξή του στὴν Τετάρτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.  Ὁ Ὅσιος ὅμως ἀγνοοῦσε τὸ ζήτημα γιὰ τὸ ὁποῖο εἶχε γίνει λόγος στὴ Σύνοδο. Τοῦ ὑποσχέθηκε νὰ τὴν ἐγκρίνει, ἂν δὲν ὑπῆρχε ὅμως τίποτε ποὺ νὰ ντιβαίνει τὴν πίστη τῶν πατέρων της Νικαίας καὶ ἐφόσον εἶχε διατυπώσει ὀρθῶς τὸ μυστήριο τῆς ἐνανθρωπίσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, Θεοῦ ἀληθινοῦ καὶ ἀνθρώπου ἀληθινοῦ ἐκ τῆς Ὑπεραγίας καὶ ἀειπαρθένου Θεοτόκου.


Ἀκούγοντας τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Αὐτοκράτορας γέμισε ἀπὸ χαρά, ἀσπάστηκε τὴν κεφαλὴ τοῦ Ἁγίου καὶ τὸν ἔστειλε μὲ τιμὲς στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία ὅπου ὁ Πατριάρχης ἔβαλε νὰ τοῦ διαβάσουν τὶς ἀποφάσεις του Συνόδου. Ὁ Ἅγιος τῆς ἐνέκρινε ὁλόψυχα, δοξάζοντας τὸν Θεὸ καὶ ἐπέστρεψε ἐν συνεχείᾳ στὴ Μονή των Ρουφιανῶν. Δὲν ἐπέστρεψε στὸ ὅρος Ὀξεῖα ἀλλὰ ἐγκαταστάθηκε σὲ πιὸ ἄγριο καὶ ἀπομακρυσμένο βουνὸ τὸ ὅρος Σκόπα ποὺ κατόπιν ὀνομάστηκε Ὅρος του Αὐξεντίου καὶ κατέστη περίφημο μοναχικὸ κέντρο τοῦ Βυζαντίου.


Σὲ αὐτὸ τὸ ὅρος, στὸ ὅρος Σκόπα, ὅπου ὀνομάστηκε καὶ Ὅρος του Αὐξεντίου, ἱδρύθηκαν πάρα πολλὰ μοναστήρια καὶ ἀνδρικὰ καὶ γυναικεῖα καὶ πράγματι ἔγινε ἕνα μοναστικὸ κέντρο ὅπως εἶναι σήμερα τὸ Ἅγιον Ὅρος ἢ καὶ παλαιότερα τὰ Μετέωρα. Οἱ μαθητές του ἔκτισαν γιὰ αὐτὸν ἕνα καινούργιο κλουβὶ μὲ σανίδες, μὲ ἕνα μόνο παραθυράκι γιὰ νὰ ἐπικοινωνεῖ μὲ τοὺς ἐπισκέπτες ποὺ σύντομα ἄρχισαν νὰ συρρέουν. Οἱ δαίμονες φοβούμενοι τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς του συγκεντρώθηκαν καὶ ἐκεῖ ἀθρόος καὶ τοῦ ἐπιτίθεντο κτυπῶντας τον μέχρι σημείου νὰ τὸν ἀφήνουν ἄφωνο.


Ὁ Ὅσιος ὡστόσο ἀντιστεκόταν ἀτάραχος, μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ μέρα μὲ τὴν ἡμέρα ἔλαμπε ὅλο καὶ περισσότερο ὡς φωστῆρας ἐπὶ τοῦ Ὅρους. Στοὺς ἐπισκέπτες ποὺ ἔρχονταν πρὸς αὐτὸν ἀπὸ τὴν Μονή των Ρουφιανῶν ἢ καὶ ἀπὸ πιὸ μακριὰ ὅριζε νὰ ψάλλουν κάποιους σύντομους ὕμνους ποὺ συνέθετε ὁ ἴδιος καὶ ποὺ συνέδεαν τὸ κάλος τῆς ποιητικῆς ἔκφρασης μὲ τὴν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς. Συχνὰ νουθετοῦσε τοὺς ἐπισκέπτες του μέχρι τὸ βράδυ νὰ ἀσκοῦν τὶς ἀρετὲς καὶ νὰ ἀπαρνηθοῦν τὶς μάταιες ἀπολαύσεις τοῦ σώματος.


Καὶ ὅταν ἐρχόταν ἡ νύχτα, ἀφοῦ τοὺς προσέφερε ἕνα λιτὸ δεῖπνο, τοὺς ἀπέλυε ἐν εἰρήνῃ. Δὲν δεχόταν ἐξ ἀρχῆς τοὺς προσκυνητὲς ποὺ ζητοῦσαν νὰ ἀφιερωθοῦν ὑπὸ τὴν καθοδήγησή τους στὸ μοναχικὸ βίο, ἀλλὰ τοὺς προσέφερε ἕνα χιτῶνα ἀπὸ δέρμα ἢ ἀπὸ ἀλογότριχά ποὺ εἶχε φορέσει λέγοντας «πήγαινε ἀδελφὲ ὅπου σὲ ὁδηγήσει ὁ Θεός». Τοὺς ἄλλους χριστιανούς τους ἐνεθάρρυνε νὰ παραμένουν τὴν παραμονὴ τῆς Κυριακῆς μὲ ἀγρυπνία καὶ ὄχι μόνο νὰ ἀργοῦν τὴν ἡμέρα τοῦ Κυρίου πρὸς τιμὴ τῆς Ἀναστάσεως, ἀλλὰ νὰ διάγουν καὶ τὴν Παρασκευὴ ἐν νηστείᾳ καὶ προσευχὴ εἰς μνήμην τοῦ ζωοποιοῦ πάθους.


Ἕνα Σάββατο, τὴν ὥρα ποὺ ἄνοιγε τὸ παράθυρο τοῦ κλουβιοῦ του, ἀνήγγειλε σὲ ὅσους εἶχαν ἔλθει γιὰ νὰ πάρουν τὴν εὐχή του, τὸ θάνατο τοῦ Ἁγίου Συμεῶν του Στυλίτου. Τοῦ στύλου τῆς Ἐκκλησίας δηλαδή. Οἱ ἄνθρωποι σημείωσαν τὴν ὥρα καὶ τὴν ἡμέρα καὶ κατόπιν διαπίστωσαν ὅτι πράγματι ὁ περίφημος ἐκεῖνος στυλίτης, ὁ Ὅσιος Συμεῶν, εἶχε κοιμηθεῖ ἀκριβῶς τὴ στιγμὴ ἐκείνη ποὺ ὑπέδειξε ὁ Ὅσιος Αὐξέντιος κοντὰ στὴν Ἀντιόχεια.


Μιὰ κυρία ἐπὶ τῶν τιμῶν τῆς Αὐτοκράτειρας Πουλχερίας ἐρχόταν συχνὰ στὸν Ἅγιο γιὰ νὰ τὸν ἱκετεύσει νὰ τῆς δώσει τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Ὁ Αὐξέντιος ὑπέκυψε τελικὰ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ὑπέδειξε ἕνα μέρος στὰ ριζὰ τοῦ βουνοῦ γιὰ νὰ ἀσκήσει τὴ μοναχικὴ πολιτεία. Δὲν ἄργησαν νὰ προσέρχονται κοντὰ τὶς γυναῖκες ἀπὸ ὅλα τὰ κοινωνικὰ στρώματα φθάνοντας τὶς ἑβδομῆντα.


Ὁ Ἅγιος εἶδε πῶς ἔπρεπε νὰ φροντίσει γιὰ τὴν ἀνέγερση ἑνὸς ναοῦ καὶ τὴν διοργάνωση μιᾶς μονῆς ἡ ὁποία ὀνομάστηκε Τριχιναρία ἴσως διότι οἱ μοναχὲς φοροῦσαν τρίχινα ἐνδύματα ὅπως ἀκριβῶς τοὺς εἶχε ὑποδείξει ὁ ὅσιος Αὐξέντιος. Κάθε Παρασκευὴ καὶ Κυριακὴ καλοῦσε τὶς μοναχὲς νὰ ἔρθουν σὲ αὐτὸν καὶ τὶς προέτρεπε νὰ προκαρτεροῦν στοὺς ἀγῶνες τῆς παρθενίας ὄχι μόνο τοῦ σώματος ἀλλὰ κυρίως τῆς ψυχῆς. Ἐνίοτε πήγαινε ὁ ἴδιος κοντά τους διατρέχοντας παρὰ τὰ γερατειὰ καὶ τὶς ἀρρώστιες τοῦ τὸν ἀπότομο δρόμο ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ μοναστήρι μὲ γοργὸ βῆμα παλληκαριοῦ.


Μιὰ ἡμέρα ποὺ πήγαινε νὰ ἐπιθεωρήσει τὰ νέα οἰκοδομήματα τῆς μονῆς ἀνέπεμψε θερμὲς προσευχὲς στὸ Θεὸ γιὰ τὴν εὐλογία τῆς ἀδελφότητος καὶ ἐπιστέφοντας στὸ κελὶ τοῦ ἀρρώστησε ἀπὸ ἀσθένεια ποὺ σὲ λίγες μέρες τὸν ὁδήγησε πρὸς τὴν οὐράνια πατρίδα. 14 Φεβρουαρίου τοῦ 470 Μ.Χ. Μέγα πλῆθος συνέρρευσε ἀπὸ πόλεις καὶ ἐρήμους γιὰ τὴν κηδεία του. Οἱ μοναχοὶ τοῦ Ἁγίου Ἰππατίου ἤθελαν νὰ κρατήσουν τὸ λείψανο τοῦ ἐκεῖ.


Ἀλλὰ τελικὰ οἱ μοναχὲς εἰς τὶς ὁποῖες ἐκοιμήθη ὁ Ἅγιος, οἱ πνευματικές του δὲ θυγατέρες κράτησαν τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου εἰς τὸ δικό τους μοναστήρι του Τριχιναρία.


Ἔτσι λοιπὸν ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ ἀκούσαμε τὸ βίο τοῦ Ὁσίου Αὐξεντίου ποὺ ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει σήμερα. Ἑνὸς Ἁγίου ὁ ὁποῖος ἐγχάραξε τὸ δρόμο τῆς μοναχικῆς πολιτείας στὰ μέρη τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἐκεῖ σὲ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο δηλαδὴ χτίστηκαν πάρα πολλὰ μοναστήρια ὅπου βγῆκαν καὶ πολλοὶ Ἅγιοι μέσα ἀπὸ αὐτὸν τὸν Ἅγιο τόπο.


Οἱ εὐχὲς καὶ οἱ πρεσβεῖες τοῦ Ὁσίου Αὐξεντίου νὰ μᾶς εὐλογοῦν καὶ νὰ μᾶς ἁγιάζουν. Καλή σας ἡμέρα καὶ εὐλογημένη.


Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Ὥσπερ φοῖνιξ ηὐξήθης Πάτερ ὑψίκομος, δικαιοσύνης ἐκφέρων τοὺς ψυχοτρόφους καρπούς· σὺ γὰρ βίον ἱερὸν πολιτευσάμενος, τῆς Ἐκκλησίας στηριγμός, καὶ θαυμάτων αὐτουργός, Αὐξέντιε ἀνεδείχθης, διὰ παντὸς ἱκετεύων, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Κοντάκιον.
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Ἐγκρατείας ὕδασι, πανευκλεῶς ἐκβλαστήσας, ὡς ἐλαία εὔκαρπος, ἐν τοῖς Ὁσίοις ἐφάνης· κόσμου γάρ, ἀπαρνησάμενος τὴν ἀπάτην, γέγονας, ὑπερκοσμίου φωτὸς δοχεῖον, δι’ οὗ λάμπρυνον ἐνθέως, τοὺς σὲ τιμῶντας, Πάτερ Αὐξέντιε.

 

Ἕτερον Κοντάκιον.
Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.

Κατατρυφήσας θεόφρον τῆς ἐγκρατείας, καὶ τὰς ὀρέξεις τῆς σαρκὸς χαλινώσας, ὤφθης τῇ πίστει σου αὐξανόμενος, καὶ ὡς φυτὸν ἐν μέσῳ τοῦ Παραδείσου ἐξήνθησας, Αὐξέντιε Πάτερ ἱερώτατε.


Μεγαλυνάριον.

Κατηγλαϊσμένος ταῖς ἀρεταῖς, ὤφθης ἐν τῶ βίῳ, θεοφόρε περιφανής, ἄιγλῃ εὐσεβείας, καὶ χάριτι θαυμάτων, Αὐξέντιε ῥυθμίζων, τοὺς προσιόντας σοι.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου