ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ - Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2025
Ἀγαπητοί μας τηλεθεατές, καλή σας ἡμέρα. Σήμερα 13 τοῦ
μηνὸς Φεβρουαρίου ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς Ἡμῶν
Μαρτινιανοῦ καὶ τῶν δύο Ἁγίων γυναικῶν, ὅπου ἔζησαν Ἁγία καὶ Ὁσία ζωή, τῆς Ὁσίας
ζωῆς καὶ τῆς Ὁσίας φωτεινῆς, τῶν γυναικῶν ἐκείνων πού, ὅπως θὰ ἀκούσουμε στὸ
βίο τοῦ Ἁγίου Μαρτινιανοῦ, διδάχτηκαν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Μαρτινιανὸ τὴν Ἁγία ζωὴ καὶ
τὴ μοναχικὴ πολιτεία καὶ ἀκολούθησαν καὶ αὐτὲς τὸν δρόμο αὐτὸν τοῦ Κυρίου. Ὁ Ὅσιος
Μαρτινιανὸς ἔχει ἕνα συναξάρι σήμερα, ἔχει δηλαδὴ περιγράφεται ἡ Ἁγία ζωή του μὲ
τέτοιο τρόπο στὸ ἱερὸ Συναξάριον, ὅπου μᾶς κάνει ἰδιαίτερη ἐντύπωση οἱ ἀγῶνες
ποὺ ὁ Ἅγιος αὐτὸς ἔδωσε γιὰ νὰ κρατήσει τὸν ἑαυτό του ἁγνὸ καὶ καθαρό. Ἁγνὸ καὶ
καθαρὸ ἀπὸ κάθε σαρκικὴ ἁμαρτία, ἀπὸ κάθε μολυσμὸ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος.
Ὁ Ὅσιος Μαρτινιανὸς γεννήθηκε στὴν Καισάρεια τῆς
Παλαιστίνης στὰ τέλη τοῦ 4ου αἰῶνος. Εἶχε θεῖο πόθο μεγάλο νὰ γίνει μοναχὸς καὶ
νὰ ἀφιερωθεῖ εἰς τὸν Θεό. Γι' αὐτὸ σὲ ἡλικία μόλις 18 ἐτῶν ἀνέβηκε σὲ ἕνα ὅρος
τῆς περιοχῆς ποὺ ὀνομαζόταν Κιβωτὸς καὶ ἄρχισε νὰ ζεῖ ἀσκητικὴ ζωὴ σὲ ἕνα
σπήλαιο μέσα, νηστεύοντας, προσευχόμενος, κάνοντας ἀγρυπνίες τὴ νύχτα καὶ
φθάνοντας σὲ μεγάλα μέτρα ἀρετῆς.
Ὥστε μέσα σὲ 26 χρόνια ὅπου ἐπιδόθηκε σὲ αὐτὴν τὴν ἄσκηση
κατάφερε νὰ φτάσει σὲ μεγάλα μέτρα καὶ σπουδαία ἀρετῆς. Οἱ δαίμονες βλέποντας αὐτὴν
τὴν ἀρετὴ τοῦ Ἁγίου νὰ αὐξάνεται καθὼς περνοῦσε ὁ καιρός, ἀπὸ φθόνο κινούμενοι ἔκαναν
ἕνα σωρὸ πειρασμοὺς προκειμένου νὰ κλονίσουν τὸ φρόνιμα τοῦ Ὁσίου. Τὴ νύχτα ἔκαναν
θόρυβο, ἐπιθέσεις, τὴν ὥρα ποὺ προσευχόταν ὁ Ἅγιος ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀκλόνητος, ἀτάραχος,
ἀπέναντι σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς προσβολὲς τῶν δαιμόνων συνέχισε τὸ θεῖο ἔργο τῆς
προσευχῆς καὶ τῆς ἀσκήσεως τῆς ἐπικοινωνίας του μαζὶ μὲ τὸν Θεό.
Σύντομα ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ χάρισμα τῆς θεραπείας τῶν
ἀκαθάρτων πνευμάτων δηλαδή το νὰ θεραπεύει δαιμονισμένους οἱ ὁποῖοι εἶχαν
καταληφθεῖ ἀπὸ ἀκάθαρτα πνεύματα καὶ ταυτόχρονα νὰ διώχνει τὶς ἀσθένειες ἐκεῖνες
ὅπου ἔπασχαν καὶ ὑπέφεραν οἱ ἄνθρωποι. Ἔτσι λοιπὸν μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔκανε
ὁ διάβολος ἔβαλε στόχο τὸν ἀσκητὴ αὐτὸν τοῦ Θεοῦ νὰ τὸν ρίξει σὲ ἁμαρτία καὶ νὰ
τὸν πολεμήσει. Ἀκοῦστε ὅμως τὸ σχέδιο τοῦ διαβόλου πῶς μηχανεύεται ὁ σατανᾶς
πράγματα στὰ ὁποῖα θέλει νὰ προσβάλει τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ.
Κάτω στὴν πόλη ὅπου βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὸ ὅρος Κιβωτὸς
βρισκόταν μιὰ ὁμάδα νέων οἱ ὁποῖοι ἔχοντας ἀκούσει γιὰ τὶς ἀρετὲς τὶς μεγάλες
τοῦ ὁσίου Μαρτινιανοῦ καὶ γιὰ τὰ θαύματα τὰ ὁποῖα ἐπιτελοῦσε μιλοῦσαν γιὰ αὐτὸν
μὲ πολὺ μεγάλο θαυμασμό. Κάποια γυναῖκα λοιπὸν ἄκουσε ἐκείνη τὴ συζήτηση ποὺ εἶχαν
οἱ νέοι. Μιλοῦσαν μὲ πολὺ θαυμασμὸ γιὰ τὸν Ἅγιο καὶ ἐκείνη τοὺς εἶπε πὼς δὲν εἶναι
σπουδαῖο πρᾶγμα ἕνας ἄνθρωπος ποὺ βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς τῆς
πόλεως πάνω σὲ ἕνα βουνὸ νὰ ἔχει κατορθώσει τὴν ἀρετὴ καὶ νὰ εἶναι ἁγνὸς καὶ
καθαρός.
Ἂν ὅμως εὑρίσκετο μέσα στὴν πόλη καὶ ἔβλεπε ὅλους αὐτοὺς
τοὺς πειρασμοὺς ἀμφιβάλλω εἶπε ἡ νεαρὴ ἐκείνη κοπέλα ἂν θὰ μποροῦσε νὰ κρατήσει
τὴν καθαρότητα καὶ τὸ σύνολο τῶν ἀρετῶν τὸ ὁποῖο ἔχει. Τότε οἱ νέοι της εἶπαν πὼς
δὲν ἔχει δίκιο γιατί ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι πράγματι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ἐκείνη ὅμως
στοιχημάτισε μαζί τους καὶ τοὺς εἶπε πὼς ἐγὼ εἶμαι σίγουρη πὼς ἂν ἀνέλθω στὸ ἀσκητήριο
τοῦ τότε θὰ μὲ δεῖ καὶ σίγουρα θὰ ἁμαρτήσει μαζί μου.
Ἐκεῖνοι διαμαρτυρήθηκαν ἀλλὰ αὐτὴ ἡ γυναῖκα ἐπέμενε ὅτι
μποροῦσε μὲ τὴν ὀμορφιά της καὶ τὴ δύναμη τῶν λόγων της νὰ παρασύρει τὸν Ἅγιο σὲ
ἁμαρτία. Κι ἔτσι λοιπὸν μία ἡμέρα ἔχοντας βάλει μαζί τους στοίχημα ἂν πράγματι
θὰ μπορέσει νὰ παρασύρει τὸν Ἅγιο στὴν ἁμαρτία ἀνέβηκε στὸ ἀσκητήριο τοῦ Ἁγίου.
Ἦταν δειλινὸ ἀπόγευμα πρὶν δύσει ὁ ἥλιος ἔχοντας φορέσει ροῦχα φτωχικὰ ντυμένη
σὰν ζητιάνα μὲ ἕνα κάλυμμα στὴν κεφαλή της καὶ ἔχοντας πάρει σὲ ἕνα ξεχωριστὸ
σακούλι ὅλα τις τὰ στολίδια καὶ τὴν καλή της φορεσιὰ καὶ τὰ ἀρώματα τὰ ὁποῖα εἶχε.
Παρουσιάστηκε ἔξω ἀπὸ τὸ ἐρημητήριο τοῦ ἀσκητῆ ντυμένη
ὅπως εἴπαμε μὲ ὅλη αὐτὴ τὴν ἀσκητικὴ περιβολὴ τὴν φτωχικὴ σὰν ζητιάνα καὶ ἄρχισε
νὰ ὀδύρεται καὶ νὰ κλαίει ζητῶντας βοήθεια ὅτι δηλαδὴ χάθηκε σὲ ἐκείνη τὴν ἐρημιὰ
θὰ νυχτώσει σὲ λίγο, δὲν μπορεῖ νὰ γυρίσει πίσω καὶ πλέον εἶναι ἐκτεθειμένη σὲ ὅλους
τοὺς κινδύνους ποὺ ἔχει ἡ νύχτα σὲ ἔρημο τόπο θὰ τὴν φᾶνε τὰ θηρία καὶ οὕτω
καθ' ἑξῆς. Ὀδυρόμενη λοιπὸν ἡ γυναῖκα ἐκείνη ἔξω ἀπὸ τὸ σπήλαιο τοῦ Ἁγίου ἄκουσε
ὁ Ἅγιος τοὺς ὀδυρμούς της. Παραξενευμένος περὶ τίνος πρόκειται πῆγε στὴν πόρτα
γιὰ νὰ δεῖ πράγματι ἂν εἶναι δαιμονικὴ φαντασία ἢ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔκλαιγε
καὶ φώναζε.
Εἶδε λοιπὸν τὴ γυναῖκα σὲ ἔξαλλη κατάσταση νὰ ζητάει
βοήθεια καὶ νὰ λέει ὅτι θὰ τὴν φᾶνε τὰ θηρία κάνε ἔλεος τοῦ ἔλεγε ἄνθρωπε τοῦ
Θεοῦ βάλε μὲ μέσα μέχρι νὰ ξημερώσει τὸ πρωὶ διότι εἶμαι ἐκτεθειμένη στοὺς
κινδύνους ποὺ ἔχει ἡ νύχτα τῆς ἐρήμου. Λυπήθηκε ὁ Ἅγιος τὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ καὶ
τῆς εἶπε τότε νὰ περάσει μέσα διότι εἶπε πὼς ἂν αὐτὴ ἡ γυναῖκα πεθάνει καὶ τὴ
νύχτα θὰ τὴν φᾶνε τὰ θηρία, τί λόγο θὰ δώσω στὸ Θεὸ γιὰ τὴν ψυχή της. Λύγησε
λοιπὸν τὴν ἔβαλε μέσα καὶ παρ' ὅτι εἶδε ὅτι ἦταν γυναῖκα καὶ μάλιστα νεαρὰ στὴ ἡλικία
μὴν μπορῶντας ὅμως νὰ κάνει διαφορετικὰ τὴν ἔβαλε σὲ ἕνα σημεῖο νὰ καθίσει ἔριξε
λίγα ξερὰ φύλλα ποὺ εἶχε μέσα στὸ σπήλαιο τοῦ τῆς εἶπε νὰ πλαγιάσει σὲ αὐτὸ τὸ
σημεῖο της ἔφερε λίγο ψωμὶ γιὰ νὰ φάγει καὶ λίγο νερὸ γιὰ νὰ πεῖ τῆς εἶπε
κοιμήσου καὶ τὸ πρωὶ ὅταν θὰ ξημερώσει ἡμέρα σήκω πλέον ἑτοιμασμένη γιὰ νὰ
φύγεις.
Ἐγώ της λέει θὰ ἀποσυρθῶ στὰ ἐνδότερα τοῦ σπηλαίου μὲ
σκοπὸ νὰ κάνω τὴν προσευχή μου. Πράγματι ὁ Ἅγιος πῆγε βαθύτερα μέσα στὸ σπήλαιο
καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται μὲ δάκρυα. Εἶδε ὁ διάβολος ἀοράτως ἄρχισε νὰ φέρνει
λογισμοὺς αἰσχροὺς τὸν Ἅγιο καὶ νὰ τὸν τυραννάει ὅμως ὁ Ἅγιος δὲν ἔδινε
σημασία.
Καὶ ἡ γυναῖκα τὴ νύχτα σηκώθηκε ἀπὸ τὸ κρεβάτι ποὺ τὴν
εἶχε βάλει ὁ Ἅγιος νὰ κοιμηθεῖ ἔβγαλε τὰ φορέματά της τὰ πτωχικά, ντύθηκε μὲ τὴν
καλὴ στολή της, φόρεσε ὅλα τις τὰ κοσμήματα τὰ ὁποῖα εἶχε μέσα στὸ σακίδιό της
καὶ ἀφοῦ περιποιήθηκε τὸν ἑαυτό της βάζοντας τὰ ἀρώματα καὶ φτιάχνοντας τὰ
μαλλιά της, περίμενε τὴν ὥρα ποὺ ὁ Ἅγιος θὰ ἐπέστρεφε μὲ σκοπὸ νὰ τῆς πεῖ νὰ
φύγει ἀπὸ τὸ κελί. Εἶχε ἀρχίσει ἤδη νὰ ξημερώνει καὶ τότε ὁ Ἅγιος κατάλαβε πὼς ἔφτασε
ἡ ὥρα νὰ πεῖ στὴ ζητιάνα ἐκείνη ὅπως νόμιζε ὅτι ἔπρεπε πλέον νὰ φύγει καὶ νὰ ἐπιστρέψει
στὴν πόλη. Ὅταν ἔφτασε ὅμως καὶ εἶδε τὴ γυναῖκα ἐκείνη στολισμένη καὶ πλέον δὲν
ἔβλεπε μπροστά του μιὰ πτωχικὴ ζητιάνα ἀλλὰ μιὰ νέα πλούσια ὄμορφη μὲ στολίδια
καὶ ἀρώματα ἀπόρριψέ στὸ θέαμα καὶ τῆς λέγει «Τί εἶσαι, ἄνθρωπος εἶσαι ἢ
δαίμονας, ὁ ὁποῖος προσπαθεῖς νὰ μὲ κοροϊδέψεις».
Καὶ ἐκείνη λοιπὸν ἀποκάλυψε τὸν ἑαυτό της καὶ εἶπε τοῦ
Ἁγίου «Ἄκουσε, τοῦ λέει ἔμαθα γιὰ τὴν ὀμορφιά σου καὶ τὸ κάλος τὸ ὁποῖος ἔχεις.
Ἐγὼ εἶμαι πλούσια ἀρχόντισσα». Κάτω τοῦ λέγει ἀπὸ τὴν πόλη «Καὶ ὡς σκοπὸ ἔχω νὰ
μὲ κάνεις γυναῖκα σου, νὰ σὲ πάρω ἄνδρα μου, νὰ ζήσουμε μαζὶ εὐτυχισμένοι.
Δὲν σοῦ λέω νὰ ἀρνηθεῖς τὸν Θεό σου, οὔτε νὰ πάψεις νὰ
προσκυνεῖς καὶ νὰ λατρεύεις Αὐτόν, ἀλλὰ ἕνα πρᾶγμα σου ζητῶ, κάνε μὲ γυναῖκα
σου, νόμιμη γυναῖκα σου, ὅπως εἶχαν ἐξάλλου τόσοι Ἀπόστολοι, ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος
Πέτρος καὶ τόσοι προφῆτες, ὅπως ὁ Μωυσῆς, ὁ Ἀβραὰμ καὶ οὕτω καθ' ἑξῆς, ποὺ εἷσαν
ὅλοι ἔγγαμοι καὶ ζοῦσαν ζωὴν ναὶ μὲν ἁγία ἀλλὰ ταυτόχρονα εἶχαν ἔγγαμη ζωή». Μὲ
αὐτοὺς τοὺς λόγους λοιπὸν προσπαθοῦσε ἡ γυναῖκα νὰ δελεάσει τὴν ψυχὴ τοῦ Ὁσίου
λέγοντάς του ὅλα αὐτὰ τὰ παραδείγματα μέσα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ πράγματι ὁ ὅσιος
ἐκλωνίστητο πρὸς στιγμὴ καὶ δέχτηκε νὰ ἁμαρτήσει μαζί της λέγοντάς του ἐκείνη ὅτι
«μόνο ἐκπλήρωσέ μου τὴν ἐπιθυμία μου νὰ κοιμηθῶ μαζί σου καὶ ἐγώ του λέγει μετὰ
ὡς πλούσια ποὺ εἶμαι ἀρχόντισσα θὰ σὲ κάνω νὰ ζήσεις σὰν βασιλιᾶς κάτω εἰς τὴν
πόλη». Ὁ Ἅγιος τῆς εἶπε τότε ὅτι πολλὲς φορὲς ἔρχονται ἄνθρωποι στὸ δικό μου ἀσκητήριο
γιὰ νὰ ζητήσουν εὐλογία ἢ νὰ προσευχηθῶ γιὰ κάποιους ἀσθενεῖς.
«Μὴ μὲ δοῦνε» τῆς λέει «νὰ ἁμαρτάνω μαζί σου καὶ ἔτσι
νὰ σκανδαλιστοῦν καὶ τὴν ἀπώλεια τῶν ψυχῶν τους νὰ τὴν φορτωθοῦμε καὶ αὐτοὶ μαζὶ
μὲ τὴν ἁμαρτία ποὺ θὰ κάνουμε» τῆς εἶπε. Ἔτσι λοιπὸν τῆς λέγει «Δῶσ' μου ἕνα
λεπτὸ διορία νὰ πάω ἔξω νὰ ἀνέβω πάνω στὸ βράχο νὰ κοιτάξω ἂν κάποιος ἄνθρωπος ἔρχεται
καὶ ἐσὺ ἑτοιμάσου γιὰ νὰ ἔρθω νὰ κάνω τὸ θέλημά σου».
Πράγματι πῆγε ἔξω, κοίταξε ἂν ἔρχεται κάποιος ἄνθρωπος καὶ φαίνεται πὼς ὁ Θεὸς ἔχοντας ἤδη κάνει ὁ Ἅγιος 26 χρόνια ἀσκητικοὺς ἀγῶνες λυπήθηκε τοὺς κόπους του νὰ μὴν τοὺς χάσει γιὰ λίγα λεπτὰ ἡδονῆς καὶ τὸν φώτισε νὰ ἔρθει σὲ μετάνοια καὶ εἶπε:
«τί κάνω δύστυχος, σὲ τί βάραθρο πηγαίνω νὰ πέσω» καὶ ἀμέσως μετανοημένος καὶ κλαίοντας ζήτησε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τὸν συγχωρέσει σκέφτηκε πὼς ἡ φωτιὰ τῆς κολάσεως ἡ ὁποία τὸν περιμένει μετὰ ἀπὸ μιὰ τέτοια ἁμαρτία καὶ μιὰ προδοσία ἀπέναντι στὸ μοναχικό του σχῆμα θὰ εἶναι πολὺ μεγάλη καὶ εἶπε «ἄραγε εἶμαι ἱκανὸς νὰ ἀντέξω μιὰ τέτοια φωτιὰ» ἔπιασε λοιπὸν ἀμέσως φρύγανα, τὰ μάζεψε, ἄναψε φωτιὰ καὶ ὅταν ἡ φωτιὰ μεγάλωσε ξεγύμνωσε τὰ πόδια του, σήκωσε τὰ ράσα του καὶ μπῆκε μέσα στὴ φωτιὰ λέγοντας
«νὰ Μαρτινιανὲ» τοῦ λέει «νὰ δοῦμε ἀντέχεις τούτη τὴ φωτιὰ γιὰ νὰ ἀντέξεις καὶ τὴ φωτιὰ τῆς κολάσεως ἀφοῦ θέλεις νὰ ἁμαρτήσεις» μὲ τί ὑπεράνθρωπο ἀγῶνα προσπαθοῦσε νὰ κάνει τὸν ἑαυτό του νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸν πειρασμὸ τῆς ἁμαρτίας ἡ κοπέλα περίμενε μέσα πότε θὰ γυρίσει ἀλλὰ τὸν εἶδε ποὺ ἀργοῦσε καὶ ἀπόρησε ποιός εἶναι ὁ λόγος ἄραγε ποὺ ἀργεῖ ἔτσι λοιπὸν βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὸ σπήλαιο καὶ ὅταν τὸν εἶδε μέσα στὴ φωτιά του λέγει «τί κάνεις, γιατί καῖς τὸν ἑαυτό σου» τῆς λέγει «γιατί θέλω νὰ δῶ ἂν θὰ ἀντέξω τὴ φωτιὰ τῆς κολάσεως» γι' αὐτό της λέγει καὶ ὕψωνε τὸ βλέμμα τοῦ εἰς τὸν Θεὸ καὶ ἔλεγε προσευχόμενος «συγχωρέσε μου Κύριε τῆς ψυχῆς τὸ ἁμάρτημα μόνο Ἐσένα ἀγαπῶ, μόνο Ἐσένα ἔχω στὸ νοῦ μου καὶ τίποτε ἄλλο»
Μέσα ἀπ’ τὰ δάκρυα καὶ τὶς προσευχές του βγῆκε γιὰ λίγο ἔξω καὶ ὅταν εἶδε ὅτι ὁ πειρασμὸς ἀκόμη ἐπιμένει μπῆκε ἐκ νέου πάλι στὴν φωτιὰ καὶ ἔκαψε τὰ μέλη του ἀκόμα πιὸ πολὺ τόσο πολὺ ποὺ ἦταν ἀδύνατο νὰ σταθεῖ ὄρθιος ὅταν τὰ κάρβουνα εἶχαν κάψει τὶς σάρκες τῶν ποδιῶν του ὁ Ἅγιος βγῆκε ἔξω Ὀδυνόμενος μὴν μπορῶντας νὰ σταθεῖ ἀλλὰ εὑρισκόμενος κάτω στὸ ἔδαφος ἡ δὲ γυναῖκα κλαίουσα ζητοῦσε συγχώρεση καὶ τοῦ ἔλεγε «Συγχώρεσέ με γιὰ τὸ κακὸ ποὺ σοῦ ἔκαμα δὲ ἤσουν στὸ Θεὸ νὰ μὲ συγχωρέσει γιατί σὲ ἔβαλα σὲ μεγάλο πειρασμὸ καὶ ἤθελα τὴν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς σοῦ συγχωρέσε μὲ ποὺ ἀμφισβήτησα τὴν ἁγιότητά σου»
Ὅταν εἶδε δὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ὑπεράνθρωπους ἀγῶνες του τόσο πολὺ συγκινήθηκε ἀπὸ τὸ παράδειγμά του ποὺ τοῦ εἶπε «Δὲ θέλω νὰ γυρίσω πίσω στὴν πόλη μου δὲ θέλω νὰ ἐπιστρέψω στὴν ἁμαρτωλὴ ζωὴ ποὺ ἔκανα στεῖλε μὲ τοῦ λέει ἐσὺ σὲ ὅποιον τόπο θέλεις δίδαξέ με πῶς νὰ ζήσω τὴν κατὰ Θεὸν ζωὴ τοῦτο ἐπιθυμῶ» Καὶ τότε ὁ Ἅγιος τὴν νουθέτησε νὰ μετανοήσει νὰ ἀλλάξει τὴν πονηρή της γνώμη καὶ νὰ γίνει μοναχὴ Τὴν ἔστειλε σὲ ἕνα μοναστήρι τῆς Ὁσίας Παύλας τὸ λεγόμενο ὅπου ἔζησε ἡ γυναῖκα αὐτὴ βίων ἀσκητικῶν γεμᾶτο μετάνοια καὶ τὴν ἀξίωσε ὁ Θεὸς στὸ τέλος νὰ λάβει καὶ χάρισμα θαυματουργίας ἰάσεως ἀσθενειῶν δηλαδή. Αὐτὴ ἡ γυναῖκα ὀνομαζόταν Ζωή,
Ὁ Ἅγιος Μαρτινιανὸς ἑπτὰ μῆνες δὲν μπόρεσε νὰ σταθεῖ στὰ πόδια του ἀπὸ τὰ φοβερὰ ἐγκαύματα τὰ ὁποῖα προκλήθηκαν στὰ πόδια του μετὰ τὴν εἴσοδό του στὴ φωτιὰ Ὅταν ὅμως πέρασαν οἱ ἑπτὰ μῆνες καὶ ἔνιωσε ὅτι μπορεῖ πλέον νὰ σταθεῖ στὰ πόδια του καὶ νὰ περπατήσει καὶ ἄρχισαν τὰ ἐγκαύματά του νὰ θεραπεύονται σηκώθηκε τότε ἔφυγε νὰ βρεῖ τόπο ἥσυχο νὰ μὴν μπορεῖ ὁ διάβολος πλέον νὰ τὸν πειράξει καὶ νὰ τοῦ φέρει ἄλλον τέτοιον πειρασμὸ Ἀλλὰ ὅπου καὶ νὰ πᾶμε ὁ διάβολος ἡσυχάζει δὲν ἡσυχάζει;
Ἀλλὰ
συνεχῶς στέλνει πειρασμοὺς καὶ προσπαθεῖ νὰ κάνει πράγματα ὅπου θὰ καταβάλουν
τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες κάθε ἀνθρώπου Βρῆκε λοιπὸν μιὰ βραχονησῖδα μέσα στὸ
πέλαγος καὶ ἀποφάσισε νὰ πάει ἐκεῖ νὰ κατοικήσει προσευχόμενος νύχτα καὶ ἡμέρα
δουλεύοντας καὶ φτιάχνοντας μὲ τὰ χέρια τοῦ διάφορα καλάθια ἔχοντας συμφωνήσει
μὲ ἕνα ναυτικὸ ὁ ὁποῖος ἐρχόταν μιὰ φορὰ τὸ μῆνα του ἔφερνε τροφὲς καὶ ἐκεῖνος
τοῦ ἔδινε τὰ καλάθια ποὺ εἶχε πλέξει γιὰ νὰ τὰ πουλήσει καὶ νὰ πάρει τὰ χρήματα
μετὰ ὁ ναυτικὸς ἐκεῖνος.
Ἔχοντας λοιπὸν γιὰ σκέπη τὸν οὐρανὸ καὶ γιὰ στρῶμα τὴ
γῆ ἔμενε σὲ ἐκείνη τὴ βραχονησῖδα δεχόμενος ὅλες τὶς καιρικὲς συνθῆκες εἴτε τὶς
βροχὲς εἴτε τὸν καύσωνά του ἥλιου εἴτε τὰ κρύα ἢ τοὺς ἀέρηδες τῆς θαλάσσης προσευχόμενος
τρώγοντας ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἐλάχιστο ποὺ τοῦ ἔφερνε ὁ ναυτικὸς τὸ παξιμάδι καὶ
πίνοντας τὸ λίγο νερὸ ποὺ σὲ στάμνα μέσα του ἔφερνε πάλι ὁ ναυτικός. Περίμενε ὁ
ἀσκητὴς ἐκεῖνος νὰ παραδώσει εἰρηνικὰ τὴ ψυχή του στὸν Κύριο μέσα σὲ αὐτὴ τὴ
βραχονησῖδα. Ἀλλὰ ὅμως ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε καὶ εἶχε ἄλλον πειρασμὸ σὲ ἐκεῖνο τὸ
μέρος πάλι.
Λίγο πιὸ πέρα ἀπὸ τὴ βραχονησῖδα του μιὰ ἡμέρα μεγάλης
θαλασσοταραχῆς ἔγινε ἕνα ναυάγιο καὶ ἀπὸ ὅλους ὅσοι εὑρίσκονταν μέσα σὲ ἐκεῖνο
τὸ πλοῖο γλίτωσε μόνο μιὰ κοπέλα ἡ ὁποία πάνω σὲ μιὰ σανίδα νεαρὰ κόρη μόλις 20
ἐτῶν ἔψαχνε νὰ βρεῖ τρόπο γιὰ νὰ σωθεῖ. Ἡ δύστυχη ἐκείνη ἡ κοπέλα εἶδε ἀπὸ
μακριὰ τὴ βραχονησῖδα ὅπου ἐπάνω βρισκόταν ὁ Ἅγιος καὶ πιασμένοι ἀπὸ μιὰ σανίδα
του ζήταγε βοήθεια καὶ τοῦ ἔλεγε ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ γλύτωσέ με νὰ μὴν πνιγῶ μέσα
στὴ θάλασσα ὅπως πνίγηκαν ὅλοι ἄλλοι. Κατάλαβε τότε ὁ Ὅσιος πὼς καὶ αὐτὸ ἦταν ἕνας
ἀπὸ τοὺς πολλοὺς πειρασμοὺς ποὺ ὁ διάβολος θὰ τοῦ εἶχε στήσει.
Ἔτσι λοιπὸν ἔπρεπε ὅμως νὰ κάνει καὶ τὸ χρέος του ὡς
χριστιανὸς ἀπέναντι στὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ, ἅπλωσε τὸ χέρι του, ἔβγαλε τὴ νέα μέσα
ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ ἀφοῦ τὴν ὁδήγησε στὸ μέρος ποὺ ἔμενε τῆς ἔδειξε τὴν τροφή
του, τὸ νερὸ καὶ τὴν ἄσκηση τὴν ὁποία ἔκανε μᾶλλον τὸ ἐργόχειρο τὸ ὁποῖο ἔκανε.
Τῆς εἶπε δὲν μποροῦμε νὰ συγκατοικήσουμε ἐδῶ ἐσὺ καὶ ἐγὼ γιατί φωτιὰ μὲ τὰ ἄχυρα
δὲν κάνει μαζί. Ἔτσι λοιπὸν τῆς λέει μεῖνε ἐδῶ, ἐργάσου τῆς λέει καὶ ὅταν θὰ ἔρθει
ὁ καπετάνιος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μοῦ φέρνει τὶς τροφές, πές του τὴν ἱστορία σου καὶ
ζήτησέ του νὰ σὲ πάει στὴν πατρίδα σου καὶ ἐκεῖνος θὰ σὲ πάει.
Καὶ ἐσὺ τί θὰ κάνεις τοῦ εἶπε ἡ νέα ἐκείνη; γιὰ μένα ἔχει
ὁ Θεὸς καὶ εἶπε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἔμεινε, Μαρτινιανὲ φεῦγε καὶ Σώζου καὶ πήδηξε
μέσα στὴ θάλασσα. Ἡ κοπέλα τ' χάσε νομίζοντας πὼς ὁ ἴδιος παραδόθηκε στὰ κύματα
γιὰ νὰ πνιγεῖ ἐξ αἰτίας της. Ἀλλὰ εἶδε ἐκείνη τὴν ὥρα δυὸ δελφίνια τὰ ὁποῖα κατὰ
προσταγῇ τοῦ Θεοῦ πῆραν τὸν Ἅγιο στὴν πλάτη τους καὶ τὸν ἔβγαλαν ἔξω στὴν ἀκτή.
Πράγματι τότε ὁ Ἅγιος ὅταν βγῆκε ἔξω δόξασε τὸ ὄνομα
τοῦ Θεοῦ ἀποφάσισε πλέον νὰ περιάγετε ἀπὸ πόλη σὲ πόλη ὥστε νὰ μὴν ἔχει μόνιμη
κατοικία καὶ νὰ κηρύττει τὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Τέλος ἔφτασε εἰς τὰ μέρη τῆς Ἀθήνας
στὴν Ἑλλάδα ὅπου ἐκεῖ βρῆκε τοὺς ἀνθρώπους, ὅλους δίδαξε τὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἔμαθε
ὁ Ἐπίσκοπος ὅτι βρίσκεται ὁ περίφημος ἀσκητὴς Μαρτινιανὸς στὴν πόλη του καὶ
ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἅγιο νὰ προσευχηθεῖ γιὰ αὐτὸν καὶ γιὰ τὸ ποίμνιό του.
Μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες ἀσθένησε ὁ Ὅσιος Μαρτινιανὸς καὶ
ἔφυγε ἡ ψυχή του γιὰ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔχοντας ἀφήσει σὲ ἐμᾶς ὡς ἱερὰ
παρακαταθήκη ὅλους τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες τοὺς ὁποίους ἐπετέλεσε γιὰ νὰ
κρατήσει τὴν ἁγνότητα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Ὁ Ὅσιος Μαρτινιανός, τὸ
σύμβολο αὐτὸ τῆς ἁγνότητος καὶ τῆς καθαρότητός, ὅπου μέσα ἀπὸ φοβεροὺς καὶ αἱματηροὺς
ἀγῶνες κράτησε ὁλοκάθαρο καὶ λαμπρότατο τοῦτο τὸ στεφάνι στὴν τιμία κεφαλή του,
νὰ σκεπάζει καὶ νὰ βοηθοὶ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται
στὸ στίβο τῆς καθαρότητός της ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Ἰδίως δὲ τοὺς νέους ἐκείνους
οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται τὸ δρόμο τῆς ἁγνείας καὶ τῆς καθαρότητός, τους νέους καὶ τὶς
νέες καὶ νὰ τοὺς στηρίζει ὁ Ἅγιος Μαρτινιανὸς μέσα ἀπὸ τὶς εὐχὲς καὶ τὶς πρεσβεῖες
του.
Ὁ Ὅσιος Μαρτινιανός, βοήθεια σὲ ὅλους μας. Καλή σας ἡμέρα.
Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ’.
Τήν φλόγα τῶν πειρασμῶν, δακρύων τοῖς ὀχετοῖς, ἐναπέσβεσας
Μακάριε, καί τῆς θαλάσσης τά κύματα, καί τῶν θηρῶν τά ὁρμήματα, χαλινώσας ἐκραύγαζες·
Δεδοξασμένος εἶ Παντοδύναμε, πυρός καί ζάλης ὁ σώσας με.
Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τούς ἀσφαλεῖς.
Ὡς ἀσκητήν τῆς εὐσεβείας δόκιμον, καί ἀθλητήν τῇ
προαιρέσει τίμιον, καί ἐρήμου καρτερόψυχον, πολίτην ἅμα καί συνίστορα, ἐν ὕμνοις
ἐπαξίως εὐφημήσωμεν. Μαρτινιανόν τόν ἀεισέβαστον, αὐτός γάρ τόν ὄφιν
κατεπάτησε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου