Αρθρογραφια - Αναγνωσματα

[Αρθρογραφία - Αναγνώσματα][bsummary]

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ

[ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ][bigposts]

business

[Ορθοδοξία][twocolumns]

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ - Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2025


Ἀγαπητοί μας Ἀναγνῶστες, καλή σας ἡμέρα καὶ εὐλογημένη. Σήμερα 14 τοῦ μηνὸς Μαρτίου ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς Ἡμῶν Βενεδίκτου. Ὁ Ὅσιος Βενεδίκτος, ὁ μεγάλος καὶ ἁγιασμένος αὐτὸς πατέρας τῆς Δύσεως, ὁ ὁποῖος μετέφερε τὴν ἡσυχαστικὴ ζωὴ εἰς τὴν Δύση καὶ ἔγινε ἡ ἔναρξη τῶν πνευματικῶν καὶ ἀσκητικῶν καλεσμάτων εἰς τὰ μέρη τὰ Δυτικά, φέρνοντας πολλοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸ ἱερό του παράδειγμα καὶ τὴ διδασκαλία του εἰς τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ καὶ μάλιστα στὴν ἀσκητικὴ βιωτὴ καὶ πολιτεία, εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἑορτάζει σήμερα καὶ ἔχει νὰ μᾶς παρουσιάσει πολλὰ μέσα ἀπὸ τὴν Ἁγία ζωή του, τὰ θαύματα τὰ ὁποῖα ἐπετέλεσε καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπε.
 
Σίγουρα σὲ πολλοὺς θὰ εἶναι ἄγνωστη ἡ ζωή του Ὄσιου Βενεδίκτου. Ποιός ἦταν ὁ Ὅσιος Βενεδίκτος ποὺ ἔζησε ὅπως εἴπαμε εἰς τὰ μέρη τῆς Ἰταλίας. Ἂς ἀκούσουμε λοιπὸν τὸ βίο τοῦ Ἁγίου Βενεδίκτου ποὺ ἑορτάζει σήμερα.
 
Ὁ Ὅσιος Βενεδίκτος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα εἶναι λατινικὸ καὶ στὰ ἑλληνικὰ σημαίνει εὐλογημένος, καταγόταν ἀπὸ τὴν Νούσια πόλη τῆς Ἰταλίας. Γεννήθηκε λοιπὸν σὲ αὐτὴν τὸ ἔτος 480 ἀπὸ Χριστοῦ, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ πλούσιους. Ἐνῷ ἦταν βρέφος ἀκόμα, ἔμεινε ὀρφανὸς καὶ ἀνατράφηκε μαζὶ μὲ τὴν δίδυμη ἀδελφή του, ποὺ τὴν ὀνόμαζαν σχολαστική, ἀπὸ μία εὐσεβῆ γυναῖκα ἡ ὁποία ἀνέλαβε νὰ μεγαλώσει τὰ μικρὰ αὐτὰ παιδιά.
 
Ἀπὸ τὴ μικρή του ἡλικία ὁ Ὅσιος ἔδειξε θερμὴ ἀγάπη γιὰ ὅλες τὶς ἀρετές. Νεότατος ἐστάλη στὴ Ρώμη γιὰ νὰ ἐπιδοθεῖ εἰς τὴν σπουδή, δηλαδὴ νὰ σπουδάσει. Ἀλλὰ ἐκεῖ ἐφοβήθηκε μήπως παρασυρθεῖ ἀπὸ τὶς κακὲς παρέες τῶν παιδιῶν.
 
Ἐγκατέλειψε λοιπὸν τὴ Ρώμη καὶ πῆγε εἰς τὴν περιοχὴ μακρινῶν ὡραίων καλουμένων σήμερον Συμπρουήνη. Ἀλλὰ μὴ ἱκανοποιηθεῖς καὶ ἐκεῖ ἀναχώρησε γιὰ τὶς ἄγριες χαράδρες τοῦ ὅρους Σουβιάκου, ὅπου συνάντησε κάποιο μοναχὸ ὀνόματι Ρωμανό, ὁ ὁποῖος ἀντιλήφθηκε ἀμέσως τὴν ἀθωότητα ποὺ εἶχε ἐκεῖνος ὁ νέος, τὸν ἐρώτησε τί ζητεῖ εἰς ἐκεῖνα τὰ μένη καὶ ἀπάντησε ὁ Ὅσιὸς ὅτι θέλει νὰ ζήσει ὡς ἐρημίτης. Τὸν ἐνουθέτησε τότε ὁ Ρωμανὸς καὶ τοῦ ἔδωσε ἕνα μικρὸ ποτήρι καὶ μία μηλωτὴ καὶ τοῦ ἔδειξε σὲ αὐτὸν ἕνα ἀπρόσιτο σπήλαιο καὶ τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ κρατήσει μυστικὴ τὴν ἐκεῖ παρουσία του καὶ ὅτι θὰ τοῦ φέρει τρεῖς φορὲς τῆς ἑβδομάδος ἄρτο ὅπου θὰ τὸν κατεβάζει μέσα στὸ σπήλαιο μὲ μικρὸ σκοινὶ καὶ μέσα σὲ καλάθι καὶ μὲ κουδούνι θὰ τὸν εἰδοποιεῖ ὅτι εἶναι ἡ στιγμὴ νὰ παραλάβει τὸν ἄρτο καὶ τὸ νερὸ τὸ ὁποῖο θὰ τοῦ ἔφερνε.
 
Σὲ ἐκεῖνο λοιπὸν τὸ σπήλαιο ἔμεινε ὁ Ὅσιὸς Βενέδικτος τρία χρόνια προσευχόμενος θερμὰ ἔχοντας ὡς μόνη τροφὴ τὸν ἄρτο ποὺ τοῦ ἔδινε ἐκεῖνος ὁ μοναχὸς ὁ Ρωμανὸς καὶ τὰ ἀγριόχορτα ποὺ μπορεῖ νὰ φύτρωναν γύρω ἀπὸ τὸ σπήλαιο. Κάποια μέρα τὸν εἶδαν κάποιοι νέοι βοσκοὶ καὶ κατατρόμαξαν βλέποντας τὸν ντυμένο μὲ τὴ μηλωτή. Δὲν ἤξεραν αὐτὸ ποὺ βλέπουν εἶναι ἄνθρωπος ἢ δαιμονικὴ φαντασία ἀλλὰ ὁ Ὅσιὸς τοὺς μίλησε μὲ τόσο γλυκὺ τρόπο γιὰ τὸν Θεὸ ὥστε ὄχι μόνον ἔλαβον θάρρος ἀλλὰ ἐρχόντουσαν συχνὰ ἐκεῖ νὰ τὸν βλέπουν καὶ νὰ ἀκοῦν τὶς συμβουλές του.
 
Ὁ μισόκαλος ὅμως δαίμονας ἐφθόνησε πολὺ τὴν πολιτεία του Ὄσιου Βενεδίκτου καὶ προσπάθησε νὰ τὸν ἐμποδίσει ἀπὸ τὸν καλό του δρόμο καὶ ἐνοχλῶντας αὐτὸν μέσα στὴ διάνοια τοῦ τοῦ ἔλεγε τί κάνεις αὐτὴν τὴν ἔρημο καὶ δὲν ἐπιστρέφεις τὸν κόσμο. Τοῦ παρουσίαζε δὲ καὶ στὴ φαντασία του διάφορα θεάματα τὰ ὁποῖα ἔβλεπε ὅταν ἦταν στὴν Ρώμη καὶ διάφορες παλαιὲς γυναικεῖες γνωριμίες καὶ κάποια μέρα του παρουσιάστηκε σὰν μαῦρο πτηνὸ τὸ ὁποῖο πετοῦσε γύρω του καὶ τὸν ἐνοχλοῦσε χωρὶς νὰ τὸν ἀφήνει νὰ προσευχηθεῖ. Ὁ Ὅσιος ὅμως ἐσημείωσε ἐπάνω του τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ τὸ πτηνὸ ἐκεῖνο ἔγινε ἄφαντο.
 
Τόσο τὸν προσέλαβε ἄλλοτε μὲ τοὺς αἰσχροὺς λογισμοὺς καὶ τοῦ ἔκανε μεγάλο πόλεμο ὁ διάβολος ὥστε ὁ Ὅσιος ἔβγαλε τὴ μηλωτή του καὶ κυλιότανε γυμνὸς στὰ ἀγκάθια μέχρι ποὺ νὰ φύγει ὁ πειρασμὸς ἀπὸ πάνω του. Ἀφοῦ δὲ ὁ δαίμων ἔφυγε νικημένος ἀπὸ τὴ γενναιότητα τοῦ Ἁγίου αἰσθάνθηκε τότε ὁ Ἅγιος τὸν ἑαυτό του ἀπαλλαγμένο ἀπὸ τὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες. Ἄλλη φορὰ δύο μοναχοὶ οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν στὰ σπήλαια τοῦ Βικοβάρου, ὀχτὼ μίλια ἀπὸ τὸ Σουβιάκον ἦρθαν νὰ τὸν ἔβρουν μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ἡγουμένου τους καὶ τὸν παρακάλεσαν νὰ ἀναλάβει τὴν κηδεμονία τους.
 
Δηλαδὴ νὰ γίνει πνευματικὸς τοὺς πατέρας. Ὅμως ὁ Ὅσιος Βενέδικτος ὅταν εἶδε αὐτοὺς τοὺς μοναχοὺς τοὺς ἀπήντησε καὶ τοὺς εἶπε ὅτι ἐγὼ νὰ ἔρθω ἀλλὰ ἐσεῖς δὲν θὰ μπορέσετε νὰ ἀκολουθήσετε τὸν τρόπο τῆς ζωῆς μου διότι εἶναι αὐστηρὸς καὶ δὲν θὰ ἀντέξετε οὔτε στὴν νηστεία οὔτε στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο κάνω ἐγὼ τὶς προσευχές μου. Οἱ νέοι ὅμως εἴπανε ὅτι δὲν θὰ φύγουν ἐὰν δὲν τοὺς ἀκολουθήσει ὁ Ὅσιος καὶ ὅτι ὅσο βαρὺς καὶ ἂν εἶναι οἱ κανόνες τοῦ Ὁσίου θὰ τὶς ὑπομείνουν μὲ μεγάλη χαρὰ ἀρκεῖ νὰ γίνει ὁ πνευματικὸς τοὺς πατέρας.
 
Ἐνῷ ὅμως ὁ Ὅσιος Βενέδικτος δὲν δεχότανε νὰ ὑπάγει στὸ μοναστήριον ἐκείνη τὸν ἐβίαζαν νὰ τοὺς ἀκολουθήσει. Ἐντάθηκε λοιπὸν καὶ πῆγε στὸ μοναστήρι συγκατοίκησε μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους ἐκείνους πατέρες καὶ προσπαθοῦσε νὰ τοὺς διδάξει ὅλα ὅσα ἐκεῖνος ἐπιτελοῦσε τὰ χρόνια ποὺ βρισκόταν μέσα στὸ σπήλαιο. Οἱ νέοι ὅμως κανόνες ποὺ ὅρισε ὁ Ἅγιος σὲ αὐτοὺς τοὺς φάνηκαν τόσο βαρὺς ὥστε γιὰ νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὸ ζυγὸ τοῦ Ἁγίου κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς οἱ πονηρότεροι ὅλων κι ἂν ἦταν μοναχοὶ αὐτοὶ ἔβαλαν δηλητήριο στὸ ποτὸ τοῦ Ἁγίου μὲ σκοπὸ νὰ τὸν δηλητηριάσουν.
 
Ἐνῷ ὅμως ὁ Ὅσιος Βενέδικτος τὸ εὐλόγησε γιὰ νὰ τὸ πιεῖ ἀμέσως τὸ ποτήρι ἔγινε χίλια κομμάτια καὶ τότε στράφηκε πρὸς αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι εἶχαν κάνει ἕνα τέτοιο ἀνοσιούργημα καὶ τοὺς εἶπε μὲ ἱλαρότητα «ὁ Θεὸς νὰ σᾶς συγχωρέσει σᾶς προεῖπα ὅτι δὲν θὰ μπορέσετε νὰ ζήσετε τὸ βίο μὲ τὸ δικό μου τρόπο γι' αὐτὸ λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ νὰ βρεῖτε ἄλλον πνευματικὸ πατέρα» καὶ ἀφοῦ σηκώθηκε ἔφυγε ἀπὸ τὴν τράπεζα καὶ ἐπέστρεψε στὸ σπήλαιό του. Ἀφοῦ ἔμαθαν οἱ ἄνθρωποι τὸ σπήλαιό του ἀπὸ τοὺς βοσκοὺς ἔρχονταν ἀπὸ τὴ Ρώμη γιὰ νὰ ἀκούσουν τὶς συμβουλές του. Οἱ καλύτερες οἰκογένειες ἤθελαν νὰ τοῦ ἐμπιστευτοῦν τὰ παιδιά τους γιὰ νὰ τὰ ἐκπαιδεύσει.
 
Κάποιος ἄνθρωπος μάλιστα τοῦ ἔδωσε τὸν υἱῶν του νὰ τὸν κάνει μαθητή του ὀνόματι Μαῦρον καὶ κάποιος ἄλλος τὸ δικό του υἱὸ ὀνόματι Πλακίδιον ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐρχόντουσαν ἀπὸ παντοῦ καὶ ζητοῦσαν νὰ γίνουν μαθητὲς τοῦ ὁσίου. Τότε τὸ Σουβιάκον ἔγινε κέντρο μοναχισμοῦ καὶ ἐκτίστηκαν 12 μοναστήρια ἔχοντα ἕκαστον 12 μοναχοὺς μὲ εἰδικόν τους προαιστότα τὸν ὁποῖον ὅρισε ὁ Ὅσιος. Ὅλα ὅμως τὰ μοναστήρια καθοδηγοῦνταν ἀπὸ τὸν Ὅσιο Βενέδικτο.
 
Τρία μοναστήρια ἦταν κτισμένα στὴν κορυφὴ τοῦ ὅρους ἀλλὰ δὲν εἶχαν ὕδωρ, δὲν εἶχαν νερὸ δηλαδή. Οἱ δὲ μοναχοὶ ἐλθόντες εἰς τόν Ὅσιον τὸν παρακάλεσαν νὰ μεταφέρουν τὰ μοναστήρια τους σὲ ἄλλο μέρος. Κατὰ δὲ τὴν ἀκόλουθη νύχτα μετέβη στὸν τόπο ἐκεῖνον ὁ Ὅσιος καὶ τοποθέτησε τρεῖς πέτρες εἰς ἐν σημεῖον καὶ διέταξε νὰ σκάψουν ἐκεῖ.
 
Καὶ εὐθὺς ὅσοι μοναχοὶ ἔσχισαν ὀλίγον τὸ βράχο ἀνέβλυσε τέτοια πηγὴ νεροῦ ἡ ὁποία τρέχει ἄφθονα μέχρι σήμερον. Ἦταν τότε ἡ Ἰταλία ὑπὸ τὴν κυριαρχία των Γότθων. Ἕνας λοιπὸν ἀπὸ τοὺς βάρβαρους ἐκείνους παρακάλεσε τὸν Ἅγιο νὰ τὸν δεχθεῖ στὴ Μονή.
 
Τὸν ἐδέχθηκε λοιπὸν ὁ Ὅσιος καὶ αὐτὸς ἐπεδόθη μὲ πολὺ ζῆλο εἰς τὸν μοναχικὸ βίο καὶ ἔγινε ἐντὸς ὀλίγου ἕνας τέλειος μοναχός. Ἐνῷ λοιπὸν κάποια ἡμέρα ἔκοβε ξύλα κοντὰ στὴ λίμνη ξέφυγε ἀπὸ τὰ χέρια του ὁ Πέλεκης καὶ ἔπεσε μέσα στὸ νερό. Λυπήθηκε λοιπὸν ὁ μοναχὸς καὶ διηγήθηκε εἰς τὸν ἰόν του τὸν μαῦρον, δηλαδὴ ἐκεῖνον τὸν μαθητὴ τοῦ Ὁσίου ὅτι τοῦ συνέβη τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὸ λυπηρῶν καὶ ὅτι ἔχασε τὸ τσεκούρι του μέσα εἰς τὴ λίμνη.
 
Εἶδε τότε ὁ μαθητὴς τοῦ Ἁγίου εἶδε τὴν κατάσταση καὶ πληροφόρησε τὸν Ὅσιο γιὰ τὸ γεγονός. Τότε ὁ Ὅσιος μετέβη στὸν τόπον ἐκεῖνο καὶ ἀφοῦ ζήτησε ἀπὸ τὸν Γότθο νὰ τοῦ δώσει τὸ ξύλο ὅπου στηριζόταν ὁ Πέλεκης τοῦ ἐβύθισε μέσα εἰς τὴ λίμνη καὶ μὲ θαυματουργικὸ τρόπο τὸ τσεκούρι ποὺ βρισκόταν μέσα εἰς τὴ λίμνη ἦρθε ξανὰ εἰς τὴν θέση του καὶ κόλλησε εἰς τὸ ξύλο. Ἀλλὰ κι ἄλλα θαύματα ἔγιναν πολλὰ ὥστε μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Ὁσίου ὁ πνευματικός του ἰὸς ὁ Μαῦρος ἐβάδισε πάνω σὲ νερὰ καὶ ἔσωσε τὸν Πλάκιδο κάθε στιγμὴν ἐκκινδύνευε νὰ πνιγεῖ ἀργότερα μετέβη εἰς τὴν Γαλλία ὁ Πλάκιδος καὶ ἐκεῖ ἵδρυσε μεγάλο μοναστήρι.
 
Τὸ ἔτος 529 ἀπὸ Χριστοῦ γεννήσεως ἀναχώρησε ὁ Ὅσιος ἀπὸ τὸ Σουβιάκον διότι προεκλήθηκαν μερικὰ σκάνδαλα ἀπὸ κάποιον κληρικὸ τῆς περιοχῆς ὁ ὁποῖος ζήλευε τὸν Ὅσιο καὶ μετέβη εἰς τὸ ὅρος Κασίνον ἐκεῖ δὲ ἐπάνω στὰ ἐρείπια παλαιοῦ κάποιου ναοῦ τοῦ Ἀπόλλωνος ἔκτισε ἐκκλησία καὶ ἀνήγειρε νέο μεγάλο μοναστήρι εἰς κτήματα τὰ ὁποῖα τοῦ προσέφερεν ὁ πατέρας ἑνὸς ἀπὸ τοὺς μαθητές του. Ἂν δὲ καὶ ἐκεῖ πολὺ ἐμόχθησε ὁ διάβολος γιὰ νὰ ἐμποδίσει τὴν ἀνοικοδόμηση τῆς μονῆς ὅμως εἰς μάτην ἀπέβησαν ὅλες οἱ τέχνες τοῦ διαβόλου διότι ὁ Ὅσιος Βενέδικτος ἀντιστεκόταν γενναῖα ἔχοντας πίστη εἰς τὴν προστασία τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῶν πλασμάτων αὐτοῦ. Ἔτσι μὴν μπορῶντας ὁ διάβολος νὰ ἐπιτύχει τίποτε ἐναντίον τοῦ Ὁσίου Βενεδίκτου ἔστρεψε τὴν ὀργή του ἐναντίον τῶν μαθητῶν του.
 
Κάποιος λοιπὸν ἀπὸ τοὺς μαθητές του ἀπατήθηκε ἀπὸ τὸν διάβολο ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς ποὺ τοῦ ἔβαλε καὶ ἤθελε νὰ ἐπιστρέψει εἰς τὸν κόσμο. Λυπήθηκε ὁ Ὅσιος διότι εἶχε τὴν πνευματικὴ εὐθύνη τῆς ψυχῆς του καὶ προσπαθοῦσε νὰ τὸν συγκρατήσει λέγοντας τοῦ πράγματα καὶ πνευματικὲς συμβουλὲς ὅπου ὁ νέος ὅμως δὲν ἤθελε νὰ ἀκούσει καὶ ἀποφάσισε νὰ φύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ νὰ ἐπιστρέψει στὸν κόσμο. Ἂλλ’ ὃ τοῦ θαύματος ὅταν ὁ νέος βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὸ μοναστήρι ἐμφανίστηκε μπροστά του ἕνας δράκοντας φοβερὸς ὁ ὁποῖος ζητοῦσε νὰ τὸν κατασπαράξει.
 
Ἐπέστρεψε τότε περίφοβος εἰς τὸν μοναστήρι καὶ ζήτησε συγχώρεση ἀπὸ τὸν πνευματικό του πατέρα καὶ τὸν εὐχαρίστησε διότι δι' τῶν προσευχῶν του εἶδε ὀφθαλμοφανῶς τὸν κίνδυνο εἰς τὸν ὁποῖον ἐσύρετο. Ἄλλη φορὰ ἦρθε στὴ μονὴ κλαίγοντας μὲ μεγάλο πόνο κάποιος πατέρας μὲ τὸν πεθαμένο γιό του καὶ τοῦ ζήτησε τοῦ Ὄσιου μὲ πολὺ μεγάλη ὀδύνη καὶ τοῦ εἶπε Πάτερ ἐπίστρεψόν μου τὸν Υἱὸν μοῦ δῶσ' μου πίσω δηλαδὴ τὸ παιδί μου Ἀπεκρίθη τότε Ὅσιος μήπως ἐγώ σου πῆρα τὸ παιδί σου ἀλλὰ ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος πατήρ του λέγει Ἀπέθανε Πάτερ σὲ παρακαλῶ νὰ μοῦ τὸ ἀναστήσεις. Ἀπεκρίθη ὁ Ἅγιος αὐτὸ τὸ ὁποῖο ζητᾶς παιδί μου ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τῆς δυνάμεις μου.
 
Ὁ ταλαίπωρος ὅμως πατὴρ θρηνοῦσε καὶ ἔλεγε τοῦ Ἁγίου δὲν πρόκειται νὰ φύγω ἀπὸ δῶ ἂν δὲν ἀναστήσεις τὸν Υἱόν μου. Τότε ὁ Ὅσιος ἐλυπήθηκε τὸν πατέρα καὶ τοῦ εἶπε ποὺ τὸν ἔχεις τὸν ἀποθαμένο Υἱό σου. Τοῦ τὸν ἔδειξε λοιπὸν εἰς τὴν θύρα τῆς μονῆς ὅπου ἐκεῖται το.
 
Τότε ὁ Ὅσιος Βενέδικτος ἦρθε στὴν ἔξοδο τῆς μονῆς ἔσκυψε πάνω ἀπὸ τὸν νεκρὸ καὶ προσευχήθηκε λέγοντας Κύριε μὴ στρέψεις τὰ βλέμματα σοῦ στὶς ἁμαρτίες μοῦ ἀλλ' εἰς τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου τούτου καὶ ἐπέστρεψε εἰς τὸ σῶμα αὐτὸ τὴν ψυχὴ τὴν ὁποία παρέλαβες. Καὶ εὐθὺς ὁ τῶν θαυμασίων σου Χριστὲ Βασιλεῦ ἤγειρε τὸν νέον καὶ τὸν παρέδωσε ζῶντα εἰς τὸν πατέρα του ὁ ὁποῖος ἀναχώρησε χαίροντας καὶ ἀγαλόμενος. Ἀλλὰ καὶ κάποιον μοναχὸ ποὺ ἔπεσε ἀπὸ κάποιο τοῖχο καὶ γκρεμίστηκε καὶ σκοτώθηκε τὸν ἀνέστησε καὶ τὸν ἔκανε καλὰ ὁ Ὅσιος.
 
Ἄκουσε τότε ὁ βασιλεύς των Γότθων ὁ Τοτίλας τὰ ὅσα ὁ Ὅσιος Βενέδικτος θαύματα ἐπιτελοῦσε καὶ θέλησε καὶ ἐκεῖνος μὲ τὴ σειρά του νὰ δοκιμάσει τὴν ἁγιότητα τοῦ Ἁγίου. Ἔτσι λοιπὸν ἔντυσε κάποιον ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες του μὲ τὰ βασιλικὰ φορέματα, ἐκεῖνος πῆγε μέσα εἰς τὴν συνοδεία τοῦ βασιλέως φορῶντας τὰ ροῦχα ἑνὸς ὑπηρέτη, τὸν ἔβαλε μπροστὰ νὰ προπορεύεται ὁ ὑπηρέτης του καὶ πῆγε πρὸς συνάντηση τοῦ Ὁσίου. Ὁ Ὅσιος λοιπὸν Βενέδικτος βγῆκε γιὰ νὰ ὑποδεχθεῖ τὸν βασιλέα των Γότθων καὶ ὅταν εἶδε ἐνώπιών του ἐκεῖνον ποὺ ὑποκρινόταν ὅτι ἦταν ὁ βασιλέας του εἶπε «τέκνο μου βγάλε τοῦτα τὰ ἐνδύματα διότι δὲν εἶναι δικά σου».
 
Τότε ὁ Ὅσιος στράφηκε πρὸς τὸν ἀληθινὸ βασιλέα καὶ τοῦ εἶπε τὸ ἑξῆς «Βασιλέα ἔκαμες ἕως τώρα μεγάλα κακὰ καὶ καιρὸς εἶναι νὰ παύσεις τὶς ἁμαρτίες σου. Θὰ μπεῖς μέσα στὴ Ρώμη καὶ θὰ βασιλεύσεις σὲ αὐτὴ μὲ τὰ ἐννιὰ ὅμως χρόνους θὰ πεθάνεις». Καὶ ἔγιναν ἀκριβῶς ὅπως τὰ προεῖπε ὁ Ὅσιος.
 
Θαύμασε καὶ ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ ὑπηρέτης τὴ μεγάλη καὶ θαυμαστὴ αὐτὴ πρόρρηση τοῦ Ἁγίου ἀλλὰ καὶ ταυτόχρονα θαύμασαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ κατενόησαν τὴν ἁγιότητά του. Εἰς τὴν ὑπώρειαν τοῦ ὅρους Κασίου ἔκτισε ὁ Ὅσιος γυναικεία μονὴ εἰς τὴν ὁποία ἐμόνασέ καὶ ἡ ἀδελφή του, ἡ Σχολαστικὴ καὶ πήγαινε μιὰ φορὰ τὸν χρόνο καὶ τὴν ἐπιστεφότανε. Τὴν τελευταία φορὰ ποὺ πῆγε καὶ ἐπέστρεψε στὸ μοναστήρι του εἶδε μιὰ λευκὴ περιστερὰ νὰ φεύγει μέσα ἀπὸ ἐκείνη τὴ μονὴ καὶ νὰ πετάει στοὺς οὐρανούς.
 
Καὶ κατάλαβε πὼς οἱ ἀδελφοί του οἱ σχολαστικὴ ἀπέθανε καὶ μὲ σχῆμα περιστερᾶς ἡ ψυχή της ἀνεβαίνει στὰ οὐράνια. Εἴπαμε πιὸ πάνω καὶ μὲ ποιό τρόπο συνέδεσε ὁ Ὅσιος Βενέδικτος στὸν ἑαυτό του μὲ τὸν Θεὸ καὶ πὼς διὰ τῆς ἀρετῆς καὶ ἀσκήσεως ἐμπλουτίστηκε ἀπὸ αὐτὸ μὲ τὴ χάρη τῶν θαυμάτων καὶ τῶν ἰαμάτων διότι καὶ νεκροὺς ἀνέστηνε καὶ τὰ μέλλοντα προέλεγε καὶ διελέγετο περὶ τῶν ἀπωτάτων σημείων ὡς νὰ ἦταν παρόντα. Πρέπει ὅμως καὶ τοῦτο νὰ εἴπωμεν ἑνὸς ἀναγκαίων.
 
Ὅταν ὁ Ὅσιος ἔμελλε νὰ ὑπάγει πρὸς τὸν Κύριο ἐπρόλαβε καὶ διεμήνυσε εἰς τοὺς μαθητές του ὅσοι ἦσαν ἐκεῖ πλησίον του ὅσο καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἦταν μακριὰ ὅτι θὰ ἀπέλθει τοῦ κόσμου τούτου καὶ ὅτι θὰ γίνει μεγάλο σημεῖο διὰ τοῦ ὁποίου θὰ γνωρίσουν ὅλοι ὅτι χωρίζεται ἀπὸ τοὺς σώματος. Πρὶν ἀπὸ ἕξι λοιπὸν ἡμέρες ἀπὸ τὴν ὁσία καὶ ἡ μισὴ τοῦ ἐπρόσταξε ὁ Ἅγιος νὰ σκάψουνε τὸν τάφο του καὶ νὰ εἶναι ἕτοιμος εὐθὺς δὲ προσευλήθη ἀπὸ σφοδρὸ πυρετὸ ὁ ὁποῖος καταξήρανε τὸ σῶμα του γιὰ ἕξι ἡμέρες. Κατὰ δὲ τὴν ἕκτη ἡμέρα ἐπρόσταξε τοὺς μαθητές του νὰ τὸν φέρουν εἰς τὴν μικρὰν ἐκκλησία τὴν ὁποία εἶχαν καὶ ἔφτασε ἐκεῖ καὶ κοινώνησε τὰ ἄχραντα μυστήρια βρισκόμενος ἀνάμεσα εἰς τοὺς μαθητές του.
 
Ἀπὸ τοὺς μαθητές του λοιπὸν βασταζόμενος καὶ στηριζόμενος, ὕψωσε τὰ χέρια του στὸν οὐρανὸ καὶ οὕτω ἄνω βλέπων καὶ προσευχόμενος παρέδωσε τὴν Ἁγία του ψυχὴ εἰς χεῖρας τοῦ Θεοῦ στὶς 13 Μαρτίου τοῦ 542 Μ.Χ. Ἄγοντας τότε τὸ ἑξηκοστὸ δεύτερο ἔτος τῆς ἡλικίας του. Κατὰ δὲ τὴν ὥρα ἐκείνη ὅπου ἐκοιμήθη ὁ Ὅσιος ἐφάνηκε ἡ ἑξῆς ὅραση εἰς δύο ἀδελφοὺς ἐκ τῶν ὁποίων ὁ μὲν ἡσύχαζεν εἰς κελίου ὁ δὲ ἄλλος κατοικοῦσε μακριά. Αὐτοὶ λοιπὸν οἱ δύο ἀδελφοὶ εἶδαν ξαφνικὰ μία θαυμαστὴ ὁδὸ ἕναν δρόμο δηλαδὴ ὁ ὁποῖος ἄρχιζε ἀπὸ τὸ κελὶ τοῦ Ὁσίου καὶ ἔφτανε μέχρι τὸν οὐρανὸ κατὰ τὰς ἀνατολάς.
 
Ἦταν δὲ ὁ δρόμος ἐκεῖνος στρωμένος μὲ λαμπρὰ καὶ πολύτιμα μεταξωτὰ ἱμάτια. Ἵσταντο δὲ στὴν ὁδὸ ἐκεῖνοι θαυμαστοὶ ἄνδρες κατὰ τὴν μορφὴ καὶ ἐξαίσιοι κρατοῦνται στὰ χέρια τοῦ λαμπάδες καὶ βαστάζοντες στὸν Ὅσιο ἀνέβαιναν μὲ τάξεις στὸν οὐρανό. Κάποιος ἄλλος λευκοφόρος καὶ φωτοφόρος νέος παραστάσεις στὸν Ὅσιο ρωτοῦσε ἐκείνους ποὺ ἔβλεπαν τὴν ὀπτασία τούτη τοῦ Ὁσίου ἂν γνωρίζουν τίνος εἶναι ἡ θαυμαστὴ ἐκείνη ἡ ὁδὸς τὴν ὁποία βλέπουν καὶ θαυμάζουν.
 
Ἀποκρίθηκαν λοιπὸν ὅτι δὲν γνώριζαν καὶ τότε εἶπαν οἱ νέοι αὐτοὶ ὡς αὐτὴ εἶναι ἡ ὁδὸς διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἀγαπητὸς τοῦ Θεοῦ Βενέδικτος ἀνεβαίνει εἰς οὐρανό. Ἐλθόντες λοιπὸν στοὺς ἑαυτούς τους οἱ Ὅσιοι ἐννόησαν ὅτι ἀπῆλθε ὁ Ἅγιος καθὼς εἶδον αὐτὸν τελειούμενον ξεφανέρωσε δὲ ἡ ὀπτασία αὐτὴ τὴν λαμπρότητα καὶ τὴν δορυφορία τῆς ὁποίας ἠξιώθη ὁ Ὅσιος ὅταν ἔμελλε νὰ ἐκδημήσει πρὸς Κύριον. Αὐτὸ ἦταν τὸ ἱερὸ συναξάριο τοῦ Ὁσίου Βενεδίκτου ὅπου ἔζησε εἰς τὰ μέρη τῆς Δύσης καὶ εἰσήγαγε τὸ μοναχικὸ καὶ ἀσκητικὸ πνεῦμα στὴν Δυτικὴ Ἐκκλησία.
 
Ὁ Ὅσιος Βενεδίκτος θυμᾶται ἀπὸ Ἀνατολὴ καὶ Δύση. Εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς Ὁσίους ἐκείνους πατέρες ὅπου μὲ τὴν Ἁγία Βιωτή του καὶ πολιτεία, μὲ τὰ θαύματα τὰ ὁποῖα ὁ Θεός τον ἐπροίκησε νὰ κάνει, εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος στηρίζει καὶ τοὺς μοναχοὺς εἰς τὴν πνευματική του ζωή. Ὁ Ὅσιος λοιπὸν Βενεδίκτος, ὁ μεγάλος αὐτὸς πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἔζησε τὸν ἕκτο αἰῶνα ὅπως εἴπαμε προηγουμένως νὰ σκεπάζει καὶ νὰ μᾶς βοηθοὶ καὶ εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Καλή σας ἡμέρα καὶ εὐλογημένη


Ἀπολυτίκιον Ὅσίου Βενεδίκτου ὁ ἐκ Νουρσίας

 
Ἀπολυτίκιον..
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
 
Τὴν φερώνυμον κλῆσιν ἀληθεύουσαν ἔδειξας, τοῖς ἀσκητικοῖς σου ἀγῶσι, θεοφόρε Βενέδικτε· υἱὸς γὰρ εὐλογίας τεθηλώς, ἀρχέτυπον ἐγένου καὶ κανών, τοῖς ἐκ πόθου μιμουμένοις τὴν σὴν ζωήν, καὶ ὁμοφώνως κράζουσι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.
 
 
Κοντάκιον.
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
 
Ἀνατολῆς τῆς νοητῆς φωστὴρ γενόμενος
Τῶν ἐν τῇ Δύσει Μοναστῶν ὤφθης διδάσκαλος
Διὰ βίου τε καὶ λόγου τούτους παιδεύων.
Ἀλλ’ ἱδρῶσι τῶν λαμπρῶν κατορθωμάτων σου
Τῶν παθῶν ἡμῶν τὸν ῥύπον ἀποκάθαρον
Τῶν βοώντων σοι, χαίροις Πάτερ Βενέδικτε.
 
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Ὁσίων ἡ καλλονή, καὶ τῶν ἐν τῇ Δύσει Μοναζόντων ὁ χαρακτήρ· χαίροις θεοδρόμου, ζωῆς ὁ ὑποφήτης, Βενέδικτε τρισμάκαρ, ἀξιοθαύμαστε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου