Αρθρογραφια - Αναγνωσματα

[Αρθρογραφία - Αναγνώσματα][bsummary]

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ

[ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ][bigposts]

business

[Ορθοδοξία][twocolumns]

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ - Πέμπτη, 06 Φεβρουαρίου 2025


Ἀγαπητοί μας τηλεθεατές, καλή σας ἡμέρα. Σήμερα, 6 τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη τῶν δύο Μεγάλων Ἁγίων, τοῦ Ἁγίου Βούκόλου, ἐπισκόπους Σμύρνης καὶ τοῦ Ἁγίου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ Ἅγιος Φώτιος, ποὺ σήμερα ἑορτάζει, εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία τους ἔχει κατατάξει ἀνάμεσα στοὺς φάρους ποὺ φώτισαν τὴν ἱστορία τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ Ἅγιος Φώτιος, ποὺ ἔζησε τὸν 1ο αἰῶνα, ἀγωνίστηκε πολὺ γιὰ τὴν ἑδραίωση τῶν δογμάτων τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας.


Εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διδάχτηκε τόσες ἐπιστῆμες τῆς ἐποχῆς του ἐκείνης, ὅπου ἔγινε πανεπιστήμονας γιὰ τὴν ἐποχή του, ὅπως ἦταν ὁ Μέγας Βασίλειος τοὺς προηγούμενους αἰῶνες, τὸν 4ο αἰῶνα. Ἔτσι καὶ αὐτὸς ἀναδείχθηκε εἰς τὴν ἐποχή του Μέγας μέσα ἀπὸ τὴν κοσμικὴ ἀλλὰ καὶ τὴ θεολογικὴ γνώση ποὺ ἀπέκτησε σπουδάζοντας καὶ μελετῶντας τὰ συγγράμματα φιλοσόφων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἑδραίωσε καὶ διασαφήνισε τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας μας, εἰδικὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐθίχθηκαν ἀπὸ τοὺς Λατίνους μέσα ἀπὸ τὴν προσθήκη του Φιλιόκβε ἢ στὸ σύμβολο τῆς Πίστεως καὶ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα τὰ ὁποῖα θὰ διαβάσουμε στὴ συνέχεια στὸ Ἱερὸ Συναξάρι τοῦ Ἁγίου Φωτίου.


Ὁ Ἅγιος Φώτιος γεννήθηκε τὸ 810 στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ οἰκογένειά του ἀνῆκε εἰς τὴν ὑψηλὴ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία. Ὁ πατέρας του ἦταν Σπαθάριος, ὀνομαζόταν Σέργιος καὶ ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Πατριάρχου Ἁγίου Ταρασίου καὶ ὁ ἐκ μητρὸς θεῖος τοῦ εἶχε νυμφευθεῖ τὴν ἀδελφὴ τῆς Αὐτοκράτειρας Θεοδώρας.


Οἱ γονεῖς του ἦταν φιλομόναχοι καὶ μαρτύρησαν τὴν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας. Ἀφήνοντας σὰν ἱερὰ παρακαταθήκη στὸ γιό τους τὸν Φώτιο, πέρα ἀπὸ τὴν εὐγενικὴ καταγωγὴ τὴν ὁποία εἶχε ὡς ἀνήκων εἰς τὴν ἀριστοκρατία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, πάνω ἀπ' ὅλα τοῦ ἄφησαν λοιπὸν τὴν μέχρι θανάτου προσήλωση στὴν ἀληθινὴ πίστη. Προικισμένος λοιπὸν ἀπὸ τὸ Θεό, μὲ ἐξαιρετικὲς διανοητικὲς ἱκανότητες, σπούδασε στὶς ἐπιστῆμες τόσο τὶς θύραθεν ὅσο καὶ τὶς ἱερές.


Περνοῦσε ὁλόκληρες νύχτες μελετῶντας τοὺς ἀρχαίους φιλοσόφους ἀλλὰ καὶ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τους πρὸ αὐτοῦ μὲ τὰ συγγράμματα τὰ ὁποῖα εἶχαν ἀφήσει ὡς ἱερὰ παρακαταθήκη τῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐν συνεχείᾳ ἔγινε περίφημος διδάσκαλος τῆς ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς θεολογίας στὴν Αὐτοκρατορικὴ Ἀκαδημία ποὺ εἶχε ἱδρυθεῖ στὸ Ἀνάκτορο τῶν Μαγγάνων. Ὁ Ἅγιος Φώτιος μέσα στὰ ἔργα τὰ ὁποῖα εἶχε κάνει ἔφτιαξε καὶ τὴ Μυριόβιβλο, μιὰ βιβλιοθήκη, ὅπου εἶναι μιὰ κριτικὴ ἐπιτομὴ 280 ἔργων πάσης φύσεως ὅπου εἶναι μιὰ ἀπόδειξη τοῦ εὕρους τῶν γνώσεων ποὺ εἶχε σχετικὰ μὲ τὴ φιλοσοφία καὶ τὴ θεολογία καὶ τὶς ἄλλες ἐπιστῆμες.


Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀποστολὴ ὅπου εἶχε ὁ Ἅγιος Φώτιος στὸ νὰ ἱδρύσει δηλαδὴ τὴ Μυριόβιβλο καὶ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα τὰ ὁποῖα ἔφτιαξε ἔλαβε τὸ ἀξίωμα τοῦ Πρωτασηκρίτη ποὺ σημαίνει ἔμπιστος γραμματέας καὶ σύμβουλος τοῦ Αὐτοκράτορα δίχως πάρα ταῦτα νὰ ἐγκαταλείψει τὰ διδακτικὰ καθήκοντα ποὺ εἶχε ἀναλάβει στὸ Πανεπιστήμιο καὶ τὶς ἀγαπημένες του μελέτες. Γρήγορα ὁ νεαρὸς Φώτιος ἔγινε ἕνα διακεκριμένο πρόσωπο μέσα στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ τὴ μόρφωση τὴν ὁποία εἶχε λάβει, τὸν καταρτισμὸ ποὺ εἶχε καὶ τὸ ἔργο τὸ ὁποῖο προσέφερε στὴν παιδεία τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Τὸ 857, ὁ θεῖος τοῦ Αὐτοκράτορα Μιχαὴλ τοῦ Τρίτου, ὁ Βάρδας, κατέλαβε τὴν πολιτικὴ ἐξουσία μὲ τὸν τίτλο τοῦ Καίσαρος.


Καὶ τότε γιὰ νὰ ἐκδικηθεῖ τὸν Πατριάρχη Ἰγνάτιο, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐλέγξει τὸν Βάρδα γιὰ κάποιο ἠθικό του παράπτωμα, τὸν ἀνάγκασε νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὸ ἀξίωμά του καὶ ἐνήργησε ὥστε νὰ ἐκλεγεῖ παρὰ τὴ θέλησή του, ὁ λαϊκὸς καὶ μορφωμένος καθηγητὴς μέχρι τότε, Φώτιος. Ὁ Ἅγιος Φώτιος ὅταν ἄκουσε ὅτι ὁ Αὐτοκράτορας ἤθελε μὲ τὸ ζόρι νὰ τὸν κάνει Πατριάρχη, ὁ Καίσαρας μᾶλλον ὁ Βάρδας, διότι ἐπιτρόπευε στὴ θέση τοῦ ἀνήλικου Αὐτοκράτορα Μιχαὴλ τοῦ Τρίτου, ἀντιστάθηκε ὅσο μποροῦσε θεωρῶντας ὅτι εἶναι ἀντικανονικὸ ἕνας λαϊκὸς νὰ ἐκλεγεῖ καὶ νὰ γίνει κατ' εὐθεῖαν Πατριάρχης. Ὅμως τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἦταν ἄλλο.


Ὁ Μέγας Φώτιος, ὁ μεγάλος αὐτὸς ἄνδρας τῆς Ἐκκλησίας, νὰ λάβει τὴ θέση τὴν ὁποία ἔπρεπε μὲ σκοπὸ νὰ ὑπηρετήσει τὴν Ὀρθοδοξία μας. Ἔτσι, παρὰ τὴ θέλησή του, μέσα σὲ ἕξι μέρες ἀνῆλθε ὅλους τοὺς βαθμοὺς τῆς ἱεροσύνης καὶ ἀπὸ λαϊκὸς ἔγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Προτίμησε τὸν θάνατο παρὰ νὰ ἀνέλθει σὲ αὐτὸ τὸ ἀξίωμα.


Ὁ ἴδιος γράφει σὲ ἐπιστολὴ τοῦ πρὸς τὸν Καίσαρα Βάρδα ὅταν ἀνῆλθε στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο τὰ ἑξῆς. Ἀγόμενος καὶ ἑλκόμενος καὶ μᾶλλον ἂν προτιμήσας στοῦ βίου τὴν τελευτή. Ὅ,τι τοῦ λέει μὲ ὁδηγοῦσαν καὶ μὲ τραβοῦσαν περισσότερο θὰ προτιμοῦσα νὰ ἀποθάνω παρὰ νὰ συνεχίσω νὰ εἶμαι Πατριάρχης.


Βέβαια ὅπως κατανοοῦμε οἱ ἀκραῖοι ὀπαδοὶ τοῦ Πατριάρχου Ἰγνατίου ὁ ὁποῖος σημειωτέων ἦταν ἕνας Ἅγιος Ἄνδρας ἔκαναν σκληρὸ πόλεμο στὸν Πατριάρχη Φώτιο. Κάνοντας διάφορες ραδιουργίες καὶ προφασιζόμενοι τὴν ἀντικανονικότητα τῆς εὐνήδιας ἀνόδου ἑνὸς λαϊκοῦ στὸν ἀνώτατο βαθμὸ τῆς ἱεραρχίας προσπαθοῦσαν μὲ κάθε τρόπο νὰ ρίξουν ἀπ' τὸ θρόνο τὸν Ἅγιο Φώτιο. Ὁ Ἅγιος ὅμως προσπαθοῦσε νὰ ἀποκαταστήσει τὴν εἰρήνη μέσα στὴν Ἐκκλησία μιᾶς καὶ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ τὸν ἔφερε σὲ αὐτὴ τὴ θέση τοῦ Πατριάρχου χρησιμοποιῶντας ὅ,τι καλύτερο μποροῦσε προκειμένου καὶ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ παλαιοῦ Πατριάρχου Ἰγνατίου νὰ εἰρηνεύσει καὶ ταυτόχρονα νὰ βοηθήσει τὴν Ἐκκλησία σὲ ὅσα προβλήματα ὑπῆρχαν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη.


Προσπάθησε κατ' ἀρχὴν νὰ ἐκριζώσει τὰ ὑπολείμματα τῶν αἱρέσεων, τῶν Μανιχαίων καὶ τῶν εἰκονομάχων. Ἀνέλαβε τὴν ἀνοικοδομήσει πλήθους ναῶν, μονῶν καὶ φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων ποὺ εἶχαν πέσει θύματα βανδαλισμοῦ ἐκ μέρους τῶν εἰκονομάχων καὶ ἐπέδειξε ἰδιαίτερη μέριμνα στὴν ὀργάνωση ἱεραποστολῶν γιὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῶν Βάρβαρων Λαῶν. Παρὰ τὶς προσπάθειές του νὰ κατευνάσει τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Ἰγνατίου, κατακρίνοντας ταυτόχρονα τὶς βίες διώξεις ἐναντίον τους ἀπὸ μέλους τῆς κυβέρνησης, ἀναγκάστηκε ὅμως νὰ συγκαλέσει σύνοδο ἡ ὁποία ἐπικύρωσε τὴν ἐκθρόνιση τοῦ Ἰγνατίου καὶ τὸν ἐξόρισε στὴ Μυτιλήνη κατόπι δὲ στὴν Τερέβινθο.


Ἡ Ἀναταραχὴ ὅμως δὲν σταμάτησε καὶ ἔτσι συγκλήθηκε καὶ ἄλλη σύνοδος τὸ 861 στὸ Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, παρουσία λεγάτων τοῦ Πάπα ποὺ ὀνομάστηκε Πρωτοδευτέρα καὶ ποὺ ἐπισήμους εἶχε ὡς σκοπὸ νὰ ἐπικυρώσει τὴν ἀποκατάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ νὰ καταδικάσει ὁριστικῶς την εἰκονομαχία. Πέρα ὅμως ἀπὸ τὸν δογματικὸ αὐτὸ ρόλο της, ἡ σύνοδος ἀναγνώρισε ἐπίσης τὴν ἐγκυρότητα τῆς χειροτονίας τοῦ Φωτίου μὲ τὴν πλήρη συγκατάθεση τῶν λεγάτων, οἱ ὁποῖοι παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐνεργοῦσαν ἀντίθετα στὶς διαταγὲς τοῦ Πάπα, σκέφτονταν ὅτι μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ συνέβαλαν στὸ θρίαμβο τῆς ἐξουσίας τῆς Ρώμης. Τότε ἦταν Πάπας στὴ Ρώμη ὁ Νικόλαος IV, ἕνας ἄνθρωπος ἀλαζόνας καὶ φιλόδοξος, ὁ ὁποῖος ἐπειδὴ εἶχε ἀντιπαράθεση μὲ τὸν Ἅγιο Φώτιο, θεολογικὴ ἀντιπαράθεση, ἔλαβε τὸ μέρος τοῦ Πατριάρχου Ἰγνατίου, ὅπου προσπαθοῦσε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ ρίξει ἀπὸ τὸν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸν Ἅγιο Φώτιο.


Γιὰ πρώτη φορὰ βλέπουμε στὴν ἱστορία ἔκδηλή την ἀξίωση τῶν παπῶν τῆς Ρώμης γιὰ δικαιοδοσία ἐπὶ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ ὅλης τῆς γῆς, ὅπως ἐκδήλωσε αὐτὴ τὴν ἀξίωση ὁ Πάπας Νικόλαος IV. Ἀπὸ τὸ πρωτεῖο τιμῆς ποὺ εἶχε μέχρι τότε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης καὶ τὴν διαιτητικὴ ἐξουσία ἐπὶ δογματικῶν θεμάτων, ἰδιαιτέρως κατὰ τὴν περίοδο τῶν μεγάλων αἱρέσεων ποὺ προώθησαν οἱ αὐτοκράτορες, ἀρειανισμός, Μονοθελητισμὸς εἰκονομαχία, οἱ πᾶπες στὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἀρχίζουν νὰ λαμβάνουν γιὰ δικό τους λογαριασμὸ τὴν ἡγεμονικὴ ἀξίωση τῶν φράγκων νὰ ἀνασυσταθεῖ ἡ Δυτικὴ Αὐτοκρατορία ποὺ εἶχε διαλυθεῖ Καρλομάγνου καὶ τὴ συνθήκη του Βεντέρνου. Μὲ πρωτοβουλία αὐταρχικῶν παπῶν ἡ Ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία ἐπεδίωκε νὰ ἐπιβάλει τότε σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία τὴν ὑπεροχή της, τὴν ὁποία ἰσχυριζόταν ὅτι εἶχε λάβει ἀπὸ τὸν ἴδιο τόν Χριστὸ καὶ ποὺ θὰ τῆς ἔδινε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνει στὶς ἐσωτερικὲς ὑποθέσεις τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν καὶ νὰ ἐπιβάλει παντοῦ τὰ ἤθη της.


Ποιά ἦταν τὰ ἤθη, οἱ συνήθειες ποὺ εἶχε, ἀγαμία τοῦ κλήρου, νηστεία τοῦ Σαββάτου, χρήση ἀζύμων στὴ Θεία Εὐχαριστία μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸ φιλιόκβε φυσικὰ ποὺ ἦταν ἡ μεγάλη αἵρεση ποὺ μέχρι σήμερα ὑπάρχει στὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία καὶ ποὺ καὶ οἱ δυτικοὶ κατανοοῦν ὅτι ἡ αἵρεση αὐτή, ἡ πλάνη αὐτή του φιλιόκβε δὲν ἔχει καμία θέση μέσα στὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ λόγῳ ὅτι οἱ δυτικοὶ τὴ θεωροῦν δική τους παράδοση πλέον, δὲν τὴν ἀρνοῦνται μόνο γιὰ λόγους παράδοσης, ὅτι δηλαδὴ μᾶς παραδόθηκε ἀπὸ τοὺς παλαιότερους ἀπὸ ἐμᾶς. Ἡ ἀντιπαλότητα τοῦ Πάπα Νικολάου Α' καὶ ἡ ἀνάμιξή τους στὶς ὑποθέσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐνῷ εἶχε κληθεῖ μόνο γιὰ νὰ ἀποφανθεῖ περὶ τῆς εἰκονομαχίας, ὤθησε τὸν Ἅγιο Φώτιο νὰ καταγγείλει τοὺς νεωτερισμοὺς τῆς Ρώμης. Ἔγραφε τότε «Ἡ κατάργηση καὶ τῶν πλέον ἐλασσόνων παρακαταθηκῶν ποὺ ἔλαβαμε ἀπὸ τὴν παράδοση ὁδηγεῖ στὴν πλήρη καταφρόνηση τῶν δογμάτων».


Ἡ ἀντίδραση αὐτὴ προκάλεσε τὴν ὀργὴ τοῦ Πάπα, ὁ ὁποῖος ἔγραψε πρὸς ὅλους τοὺς ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολῆς, κατηγορῶντας τὸν Φώτιο ὡς μοιχεπιβάτη ἀφοῦ κατεῖχε τὸν πατριαρχικὸ θρόνο ζῶντος τοῦ νομίμου κατόχου του καὶ ἀποφάσισε ἀπὸ μόνος του τὴν ἐκθρόνιση τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως πρᾶγμα πρωτοφανὲς στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποφαινόταν, λοιπόν, ἐπιπλέον ὅτι οἱ ἀποφάσεις στὴ Συνόδου τοῦ 861 ἦταν ἄκυρες, ἐπικαλούμενος τὸ δικαίωμα τῶν Παπῶν νὰ κρίνει τὶς Συνόδους. Καὶ δὲν σταμάτησε ἐκεῖ.


Τὸ 863 συγκάλεσε στὴ Ρώμη Σύνοδο ἐπισκόπων τῆς Δύσεως, ἡ ὁποία ἀποφάσισε τὴν ἐκθρόνιση τοῦ Φωτίου καὶ ἀφόρισε ὅλους τοὺς κληρικοὺς ποὺ εἶχαν χειροτονηθεῖ ἀπὸ αὐτόν. Στὶς ἐνστάσεις τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ τοῦ Τρίτου, ὁ Πάπας δήλωσε τὸ 865 ὅτι εἶχε λάβει ἀπὸ τὸν ἴδιο τόν Χριστὸ τὴν ὑπεροχὴ ἐπὶ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ ὡς ἐκ τούτου μποροῦσε νὰ ἐπεμβαίνει στὶς ἐσωτερικὲς ὑποθέσεις τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν. Κατόπιν, μὲ σειρὰ ἐπιστολῶν, ἐξαπέλυσε σωρεία Ὕβρεων κατὰ τοῦ Φωτίου, οἱ ὁποῖες κρίθηκαν ἀνάξιας ἀπὸ κρίσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀληθινοῦ μαθητοῦ τοῦ Σωτῆρος.


Παρὰ τὶς ἀντιδράσεις καὶ τὶς μέριμνες, ὁ Ἅγιος Πατριάρχης δὲν ἔπαψε τὴν ἀποστολικὴ δραστηριότητά του. Σὲ συμφωνία μὲ τὸ Βασιλέα ὀργάνωσε τότε Ἱεραποστολὲς γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στοὺς Λάγους. Ἀπευθύνθηκε πρὸς τοῦτο στὸν συνάδελφο καὶ σοφὸ φίλο του Κωνσταντῖνο, τὸν ὁποῖο τιμοῦσε ὡς Ἅγιο μὲ τὸ ὄνομα Κύριλλος, καθὼς καὶ τὸν ἀδελφὸ τοῦ Μεθόδιο ἀσκητῆ στὸ ὅρος Ὄλυμπος γιὰ νὰ ἀναλάβουν μιὰ πρώτη ἀποστολὴ στοὺς Χαζάρους τῆς Νότιας Ρωσίας.


Λίγο ἀργότερα, κατόπιν αἰτήματος τοῦ ἡγεμόνα της Μοραβίας, ἔστειλε τοὺς δύο ἀδελφοὺς σὲ μιὰ μεγάλη ἱεραποστολικὴ περιοδεία, ἡ ὁποία σημάδεψε τὶς ἀπαρχὲς τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ τῶν σλαβικῶν πληθυσμῶν τῶν Βαλκανίων. Τὴν ἴδια ἐποχή, ὁ ἡγεμὼν τῆς Βουλγαρίας Μπόρις, ὁ ὁποῖος εἶχε μόλις βαπτιστεῖ λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Μιχαήλ, μὲ ἀνάδοχο τὸν Αὐτοκράτορα Μιχαὴλ III, συμπαρασύροντας ὁλόκληρο τὸ ἔθνος του στὴ χριστιανικὴ πίστη, ἀποστασιοποιεῖτο ἀπὸ τὸ Βυζάντιο, ἐξ αἰτίας τῆς ἄρνησης τοῦ Αὐτοκράτορα νὰ τοῦ παραχωρήσει ἕναν πατριάρχη τῶν Βουλγάρων, καὶ ἀπευθύνθηκε στὴ Ρώμη τὸ 866. δραττόμενος τῆς εὐκαιρίας αὐτῆς, ποὺ ἀνταποκρινόταν τόσο καλὰ στὶς φιλοδοξίες του, ὁ Πάπας, ὁ Νικόλαος IV, ἔστειλε ἀμέσως Λατίνους ἱεραποστόλους στὴ Βουλγαρία, μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ διαδώσουν τοὺς νεωτερισμούς τους στὴ νεαρὴ αὐτὴ ἐκκλησία, ποὺ εἶχε προσηλυτιστεῖ ἀπὸ τοὺς Βυζαντινούς, ἰδιαίτερα δὲ τὴν προσθήκη καὶ τοῦ Υἱοῦ, τὸ Φιλιόκβε δηλαδή, στὸ σύμβολο τῆς πίστεως.


Μπροστὰ στὸν κίνδυνο τῶν νεωτερισμῶν, ποὺ ἔπλητταν αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Ἅγιος Φώτιος ἔκρινε πὼς εἶχε ἔρθει ἡ ὥρα, ὁ Πραεὶς ἔστω μαχητῆς καὶ νὰ λύσει τὴ σιωπή του καὶ νὰ περάσει στὴν ἀντεπίθεση. Ἀπηύθυνε μία ἐγκύκλιο ἐπιστολὴ σὲ ὅλους τοὺς ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολῆς, μὲ τὴν ὁποία καταδίκαζε ἐντονότατα τὶς πλάνες τῶν Λατίνων καὶ ἰδιαίτερα στὸ Φιλιόκβε. Ἐν συνεχείᾳ, συγκάλεσε μεγάλη σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 867, ἡ ὁποία διακήρυξε τὴ νίκη τοῦ Ὀρθόδοξου δόγματος ἐπὶ παντὸς αἱρέσεως καὶ ἀναθεμάτισε τὸν Πάπα Νικόλαο καὶ τοὺς Ἱεραποστόλους τους στὴ Βουλγαρία.


Ἔτσι ἕνα ἐπίσημο σχίσμα χώρισε τὶς δύο ἐκκλησίες, πρόδρομος τοῦ μεγάλου σχίσματος ποὺ θὰ γινόταν τὸ 1054. Ἐν τῷ μεταξύ, στὰ τέλη τοῦ ἔτους 867, μετὰ τὴν δολοφονία τοῦ Μιχαὴλ τοῦ ΙΙΙ, ἀνῆλθε στὸ θρόνο ὁ Βασίλειος ὁ I, ἱδρύοντας τὴ δυναστεία τῶν Μακεδόνων. Ἀμέσως φρόνησε νὰ καθαιρεθεῖ ὁ Ἅγιος Φώτιος καὶ νὰ φυλακιστεῖ στὴ Μονὴ τῆς Σκέπης, ἐπαναφέροντας στὸ θρόνο τὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο.


Παρὰ τὶς φιλειρηνικὲς ἐπεμβάσεις τοῦ Ἰγνατίου, οἱ ἐχθροὶ τοῦ Φωτίου ἄρχισαν τότε κανονικὸ διωγμὸ ἐναντίον ὅλων τῶν κληρικῶν ποὺ εἶχε χειροτονήσει ὁ Ἅγιος Φώτιος. Μπροστὰ στὶς ταραχὲς αὐτές, ὁ Βασίλειος ὁ I ἔκλεινε κατάλληλη τὴν περίσταση νὰ ἀναθέσει στὴ Ρώμη νὰ κρίνει μεταξὺ τῶν δύο διεκδικητῶν τοῦ πατριαρχικοῦ θρόνου. Ὁ διάδοχος τοῦ Νικολάου τοῦ I, Ἀνδριανὸς ὁ II, ἐπωφελήθηκε ἀπὸ αὐτὴν τὴν εὐκαιρία ποὺ τοῦ πρόσφερε ὁ Αὐτοκράτορας καὶ συγκάλεσε σύνοδο τὸ 869, ἡ ὁποία καταδίκασε ἐκ νέου τὸν Φώτιο, κήρυξε Ἄκυρη τὴ σύνοδο τοῦ 867, κλέβοντας δημόσια τὰ πρακτικά της καὶ ἔδωσε ἐντολὴ γιὰ σύγκληση συνόδου στὴν Κωνσταντινούπολη.


Ἡ ψευδοσύνοδος αὐτή, ποὺ ὀνομάστηκε ἀπὸ τοὺς Λατίνους Η' Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, συγκέντρωσε τὸ 869 μὲ 870 ὀλιγάριθμους ἐπισκόπους ποὺ ἀπὸ τὸ φόβο τοῦ ἡγεμόνα καὶ ἀπὸ δειλία καταδίκασαν τὸ φάρο τῆς ἐκκλησίας καὶ ἐξόρισαν τοὺς ὀπαδούς του στὶς ἐσχατιὲς τῆς Αὐτοκρατορίας. Περισσότεροι ἀπὸ 200 ἐπίσκοποι καθαιρέθηκαν τότε καὶ πολλοὶ ἱερεῖς ἀποσχηματίστηκαν. Ὁ Ἅγιος Πατριάρχης ἤρθηκε ὡς κακοποιὸς ἐνώπιον τῆς συνόδου καὶ πιεζόμενος ἔντονα νὰ ἀπαντήσει στὶς ἐναντίον του κατηγορίες, εἶπε μετὰ ἀπὸ μακρὰ σιωπὴ «Ὁ Θεὸς ἐνωτίζεται τὴ φωνὴ αὐτοῦ ποὺ σιγή, διότι καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς σιωπῶντας δὲν ἀπέφυγε τὴν καταδίκη.


Καθὼς οἱ κατήγοροί του ἐπέμεναν, ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε «Ἡ δικαίωσή μου δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Ἄξιος μιμητὴς τοῦ πάθους, τοῦ πραότατου καὶ καρτερικότατά του Ἰησοῦ, ὁ Ἅγιος παρὰ τὴν ἀσθένειά του ὑπέμενε γιὰ τρία χρόνια τὰ δεινὰ μιᾶς σκληρῆς οἰκτής, μιᾶς φυλακῆς δηλαδή, τὴ στέρηση κάθε εἴδους συντροφιᾶς, ἀκόμη καὶ τῶν βιβλίων του, δίχως νὰ παραπονεθεῖ οὔτε μία φορὰ καὶ δίχως νὰ κατηγορήσει ποτὲ τὸν Ἰγνάτιο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἄλλωστε ἀθῶος γιὰ ὅλες τὶς ὠμότητες αὐτές, μὴ ἔχοντας στὸ νοῦ του ἄλλο, παρὰ νὰ ἐνθαρρύνει τοὺς δοκιμαζόμενους φίλους του μὲ τὶς ἐπιστολές του καὶ νὰ προσεύχεται γιὰ τὸν βασιλέα καὶ τοὺς διῶκτες του. Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ ἐπίσκοποι, ἀντιλαμβανόμενοι ὅτι ἡ δειλία καὶ ὁ καιροσκοπισμός τους ὁδήγησε στὴν καθυπόταξη τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στὸν Δεσποτισμὸ τῆς Ρώμης ἔπεισαν τὸν Αὐτοκράτορα νὰ κηρύξει ἄκυρες τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τοῦ 870 καὶ νὰ ἐλευθερώσει τὸ Φώτιο.


Ὁ Ἅγιος ἀνακλήθηκε μὲ τιμὲς καὶ ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευση τῶν παιδιῶν τοῦ βασιλέως. Ἡ πρώτη κίνησή του ἦταν νὰ σπεύσει πρὸς τὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο καὶ νὰ συμφιλιωθεῖ μαζί του. Οἱ δύο Ἅγιοι, θύματα τῶν ἀνταγωνισμῶν μεταξὺ τῶν μερίδων ποὺ χρησιμοποιοῦσαν τὸ ὄνομά τους, ἀγκαλιάστηκαν μὲ θέρμη καὶ ὁ Φώτιος προσέφερε κάθε δυνατὴ βοήθεια στὸν ἄρρωστο Πατριάρχη, τὸν ὁποῖο ἐπισκεπτόταν κάθε ἡμέρα.


Ὅταν ἐκοιμήθη ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος, στὶς 23 Ὀκτωβρίου 877, ὁμόφωνη ἡ ἐκκλησία ἀποκατέστησε τὸν Ἅγιο Φώτιο, εἰσήγαγε τότε καὶ μὲ τὴν πρωτοβουλία τοῦ Ἅγιου Φωτίου στὸ ἑορτολόγιο τὴν μνήμη τοῦ Ἅγιου Ἰγνατίου, δηλαδὴ ἅγιο κατάταξε τὸν προηγούμενο Πατριάρχη τὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο. Δικαίως λοιπὸν ἡ ἐκκλησία ἐγκωμιάζει ἀπὸ κοινοῦ τοὺς δύο Ἁγίους στὸ συνοδικὸ ποὺ διαβάζεται τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Ἁγιωτάτων, Ὀρθοδόξων καὶ Εἰδήμων Πατριαρχῶν αἰωνία ἡ μνήμη. Κατὰ τὰ ἔτη 879-880 συνήρθαν σὲ σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη 383 πατέρες, ὑπὸ τὴν προεδρεῖα τοῦ Φωτίου καὶ παρουσία λεγάτων τοῦ Πάπα.


Ἐπικύρωσαν τὴν ἀποκατάσταση τοῦ Πατριάρχη, ἔκριναν ἀντικανονικὴ τὴ σύνοδο τοῦ 870 καὶ ἀποκατέστησαν τὴν ἐπικοινωνία μεταξὺ τῶν δύο ἐκκλησιῶν, ἀναθεματίζοντας κάθε νεωτερισμὸ καὶ συγκεκριμένα τὴν προσθήκη στὸ σύμβολο τῆς πίστεως. Ἡ διακαὴς ἐπιθυμία τοῦ Ἱεράρχη εἶχε ἐκπληρωθεῖ. Ἡ εἰρήνη καὶ ἡ ἑνότητα τῆς ἐκκλησίας εἶχε ἀποκατασταθεῖ.


Ἀμέσως ἐπιδόθηκε στὸ ἔργο τῆς εἰρήνευσης, προτείνοντας μὲ ἀγάπη στοὺς ἐχθρούς του τὴ συμφιλίωση καὶ μεριμνῶντας δίχως μνησικακία γιὰ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Ἰγνατίου. Ὅταν ὁ Λέων Ἕκτος ὁ Σοφὸς διαδέχτηκε στὸν θρόνο τὸν πατέρα του, θέλησε νὰ ἐκδικηθεῖ ἕνα φίλο τοῦ Φωτίου, πιστεύοντας ὅτι εἶχε καταδώσει στὸν βασίλειο τὴ συνωμοσία ποὺ ἑτοίμαζε ὁ Λέων ἐναντίον του. Καθαίρεσε τὸν Ἅγιο Πατριάρχη καὶ τὸν ἔστειλε σὰν κακοποιὸ στὴν Μονή των Ἀρμενιανῶν, ὅπου ὁ Ἅγιος παρέμεινε ἔγκλειστος γιὰ πέντε χρόνια, στερημένος ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινη παραμυθία, λάμποντας ὅμως σὰν τὸ χρυσὸ στὴν κάμινο τῆς δοκιμασίας.


Ἐκεῖ συνέταξε, δίχως κανένα βοήθημα, τὴ μυσταγωγία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μία συστηματικὴ ἀνασκευὴ τῆς αἱρέσεως τοῦ φιλιόκβε, ὅπου καταδεικνύεται ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται αἰωνίως ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Πατρός, πηγὴ τῆς θεότητος, καὶ μᾶς ἀποστέλλεται διὰ τοῦ Υἱοῦ γιὰ νὰ μᾶς καταστήσει μετόχους τῆς Θείας Φύσεως. Ἀφήνοντας ἐν εἴδῃ διαθήκη στὴν Ἁγία Ἐκκλησία τὴ πραγματεία αὐτή, ἐν ὄψῃ μελλοντικῶν ἀγώνων, μετέσχε στὴ χωρία τῶν Πατέρων καὶ Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, στὶς 6 Φεβρουαρίου τοῦ 893. Τὰ θαύματα ποὺ πλήθαιναν γρήγορα πάνω στὸν τάφο του, συνέβαλαν στὴν μεταστροφὴ ἀκόμη καὶ τῶν μεγαλύτερων ἐχθρῶν του.


Ταπεινόφρονος, σιωπηλὸς καὶ ὑπομονετικὸς τῆς δοκιμασίας, ὁμολογητὴς αὐτὸς τῆς πίστεως, ὁ ὁποῖος ἀδίκως κατηγορήθηκε γιὰ φανατισμὸ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του, παραμένει ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους φωστῆρες τῆς Ὀρθοδοξίας, ἕνας ἀπὸ τοὺς αὐθεντικότερους μάρτυρες τοῦ Εὐαγγελικοῦ Πνεύματος. Ὁ Ἅγιος Φώτιος, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ποὺ ἀκούσαμε τώρα τὴν Ἁγία Βιωτή του, εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ ἑδραίωσε τὰ δόγματα τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε πὼς ἂν δὲν ἦταν ὁ Ἅγιος Φώτιος στὴν ἐποχὴ ἐκείνη μὲ τὴ θεολογία του, ὅλη ἡ Ἐκκλησία ἴσως εἶχε παρασυρθεῖ ἀπὸ τὰ λατινικὰ δόγματα καὶ τὰ λατινικὰ ἤθη, τὰ ὁποῖα προσπαθοῦσαν οἱ πᾶπες νὰ ἐπιβάλουν μέσα στὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία.


Ἡ σθεναρὴ αὐτὴ ἀντίσταση τοῦ Ἁγίου Φωτίου ἔκανε καὶ ἐμᾶς σήμερα νὰ ἔχουμε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Οἱ τρεῖς πρῶτοι μεγάλοι ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὡς γνωστὸν ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Οἱ τρεῖς νεότεροι Ἱεράρχες τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Μέγας Φώτιος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός.


Οἱ ὁποῖοι ἀντιστάθηκαν στὰ κύματα τῶν παπικῶν αἱρέσεων, τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας δηλαδή, τῶν Λατίνων καὶ ἑδραίωσαν τὰ δόγματα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ὀρθοδοξίας μας, εἰς τὴν ὁποία καὶ ἐμεῖς σήμερα εὑρισκόμεθα μέσα εἰς τὴ δική της ἀλήθεια καὶ πορευόμεθα εἰς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἅγιος Φώτιος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους καὶ νεότερους πατέρες τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Λένε πολλοὶ πὼς διαβάζοντας τὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου Φωτίου, βλέποντας τὶς ταραχὲς ποὺ ὑπῆρχαν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν ἀνάμειξη ἴσως τοῦ Ἁγίου σὲ τόσες διαμάχες, ὁμιλοῦν γιὰ τὸν Ἅγιο μὲ συκοφαντίες καὶ μὲ περιφρόνηση, θεωρῶντας πὼς ἡ ἀντίσταση αὐτὴ ποὺ πρόβαλε ἦταν ἕνας πρόδρομος ἤδη τοῦ σχίσματος ὅπου ἔγινε μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσης τὸ 1054.


Ὅμως δὲν ἔχουν δίκιο, διότι ὁ Ἅγιος Φώτιος ὅπως καὶ ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὑπῆρξαν θύματα τόσο τῶν πολιτικῶν καταστάσεων τοῦ Βυζαντίου τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὅπου οἱ αὐτοκράτορες ἀνάλογα ὁ καθένας πὼς πολιτευόταν, ἐρχόταν σὲ ρήξη μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ κατέβαζε ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ θρόνο τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο μὲ τὸ ὁποῖο δὲν συμφωνοῦσε, ἔτσι λοιπὸν βρέθηκαν θύματα καὶ οἱ δύο οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ τῶν πολιτικῶν ἐπιδιώξεων καὶ ταυτόχρονα τῶν ἠθῶν τῶν αὐτοκρατόρων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὅπου ὁμολόγησαν κατὰ κάποιο τρόπο καὶ οἱ δύο τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως καὶ γι' αὐτὸ ὑπέμειναν ὅλα αὐτὰ τὰ δεινὰ καὶ τὰ βάσανα καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἀπέθαναν εἰς τὴν ἐξορία. Ἔτσι καὶ ὁ Ἅγιος Φώτιος παρέδωσε τὸ πνεῦμα του εἰς τὴν ἐξορία ὁμολογῶντας ὅμως καὶ ὑπερασπιζόμενος τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως. Οἱ ἄδικες ὅμως συκοφαντίες ποὺ διέδιδαν γιὰ τὸ πρόσωπό του οἱ ἀκραῖοι ὀπαδοὶ τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου καὶ τὶς ὁποῖες ἐπαναλαμβάνουν δίχως σοβαρὴ ἐξέταση ἀνὰ τοὺς αἰῶνες οἱ ἱστορικοὶ καὶ ἀπολογητὲς τῆς Δύσης παρουσιάζουν τὸν Ἅγιο Φώτιο ὡς κύριο ὑπεύθυνο γιὰ ὅλες τὶς διαιρέσεις ποὺ προετοίμασαν τὴ Μεγάλη ρήξη τοῦ 1054.


Εὐτυχῶς ὅμως πρόσφατες ἔρευνες ρωμαιοκαθολικῶν ἱστορικῶν ἀποκατέστησαν τὴν ἀλήθεια καθόλου ἀσύμφωνη μὲ τὴν παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Δηλαδὴ ρωμαιοκαθολικοὶ Λατῖνοι ὅπου ἔκαναν μία καλύτερη μελέτη τῶν ἱστορικῶν γεγονότων ἀποκατέστησαν τὴν ἀλήθεια σχετικὰ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Φωτίου τοῦ Μεγάλου καὶ ὅτι πράγματι ὁ Ἅγιος Φώτιος δὲν ἦταν τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο ποὺ θέλουν νὰ παρουσιάζουν οἱ δυτικοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διότι ἀντιστάθηκε στὰ δόγματα τῆς Δύσης, στὰ λατινικὰ δόγματα δηλαδὴ καὶ ἰδιαίτερα στὸ Φιλιόκβε μὲ ἀποτέλεσμα ἦταν δικαιολογημένη μία ἀντίδραση νὰ ὑπάρχει ἀπὸ ὅλους τοὺς Λατίνους τότε θεολόγους καὶ ἐπισκόπους οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν νὰ μειώσουν τὸ κῦρος ἀλλὰ καὶ τὸ μεγαλεῖο τοῦ Ἁγίου Φωτίου τοῦ Μεγάλου. Ὁ Ἅγιος Φώτιος ὁ ὁποῖος ἑδραίωσε τὴ θεολογία τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας νὰ στηρίζει καὶ σήμερα τὴν Ἁγία μας Ἐκκλησία νὰ μᾶς καθοδηγεῖ εἰς τὴν ἀλήθεια καὶ εἰς τὸ φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας.


Ὁ Ἅγιος Φώτιος καὶ ὁ Ἅγιος Βουκόλος ποὺ σήμερα ἑορτάζουν νὰ εἶναι βοήθεια σὲ ὅλους μας. Καλή σας ἡμέρα.


Ἀπολυτίκιον Ἁγίου Φωτίου τοῦ Μεγάλου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως

(Ἦχος πλ. δ’ – Τὸν Ὕπερθεον Λόγον)

Τῆς Ὀρθοδοξίας ὁ φωστὴρ καὶ διδάσκαλος,

ἡ Ἐκκλησίας ὁ σεμνὴν ἔδρα καὶ θεόφρων ὑπέρμαχος,

Φώτιε σοφέ, τὴν οἰκουμένην ἐφώτισας,

τῷ φωτὶ τῶν δογμάτων σου,

Λόγον σαρκωθέντα κηρύξας ἀπλανῶς·

Πάτερ Ἅγιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε,

δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. α'. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Τῆς σοφίας ἐκφάντωρ λαμπρὸς γενόμενος,

Ὀρθοδοξίας ἐδείχθης θεοπαγῆς προμαχών,

τῶν Πατέρων καλλονὴ Φώτιε μέγιστε,

οὐ γὰρ αἱρέσεων δεινῶν,

στηλιτεύεις τὴν ὀφρύν,

Ἐώας τὸ θεῖον σέλας, τ

ῆς Ἐκκλησίας λαμπρότης,

ἣν διατηρεῖ Πάτερ ἄσειστον.


Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῆς Ἐκκλησίας ὁ φωστὴρ ὁ τηλαυγέστατος

Καὶ ὀρθοδόξων ὁδηγὸς ὁ ἐνθεώτατος

Στεφανούσθω νῦν τοῖς ἄνθεσι τῶν ᾀσμάτων.

Ἡ θεοφθόγγος κιθάρα ἡ τοῦ Πνεύματος,

Ὁ στερρότατος αἱρέσεων ἀντίπαλος·

Ὧ καὶ κράζομεν, χαῖρε πάντιμε Φώτιε.

 

Μεγαλυνάριον.

Χαίροις ὀρθοδόξων φωταγωγέ, καὶ τῆς Ἐκκλησίας, νυμφοστόλε καὶ ὁδηγέ· χαίροις κακοδόξων, ἡ δίστομος ῥομφαία, ὦ Φώτιε τρισμάκαρ, ῥητόρων ἔξοχε.


Ἀπολυτίκιον Οσίου Βουκόλου Επίσκοπου Σμύρνης.


Ἦχος δ'. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Ὡς διαλάμπων ἀρετῶν ταὶς ἀκτίσι,

τοῦ ἐν τῷ στηθεῖ τοῦ Δεσπότου πεσόντος,

ἐκ πόθου προσεπέλασας τῷ θείῳ φωτί,

ὅθεν ὡς θεόπνευστος, Ἱεράρχης ἐμπρέψας,

ἴθυνας τὴν ποίμνην σου, πρὸς νομὰς ἀληθείας.

Καὶ νῦν δυσώπει πάντοτε Χριστόν,

Πάτερ Βουκόλε, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.

 

Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’.

Κανόνα πίστεως, καὶ εἰκόνα πραότητος,

ἐγκρατείας διδάσκαλον, ἀνέδειξε σε τῇ ποίμνῃ σου,

ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια·

διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά,

τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. 

Πάτερ Ἱεράρχα Βουκόλε,

πρέσβευε Χριστῷ τῷ θεῷ, 

σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Κοντάκιον

Ήχος πλ. δ'. Τη Υπερμάχω.

Ως ιεράρχην Εκκλησίας ευφημούμεν σε,

ως μαθητήν και μιμητήν, Βουκόλε πάνσοφε,

μαθητών Χριστού προ πάντων ηγαπημένου`

μεθ` ου πρέσβευε ρυσθήναι τους τιμώντας σε,

εκ παντοίων ανάγκης και περιστάσεων,

και βοώντας σοι: Χαίροις Πάτερ τρισόλβιε.


Μεγαλυνάριον.

Τῷ ἠγαπημένῳ μύστῃ Χριστοῦ, Βουκόλε θεόφρον, μαθητεύσας ὡς καθαρός, ὤφθης Ἐκκλησίας, ποιμὴν τῆς ἐν τῇ Σμύρνῃ, καὶ τῷ καλῷ ποιμένι, ταύτην ὡδήγησας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου