ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ - Παρασκευή, 07 Φεβρουαρίου 2025
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, καλή σας ἡμέρα καὶ εὐλογημένοι.
Σήμερα, 7 τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου καὶ ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη τοῦ ἐν
Ἁγίοις Πατρὸς Ημῶν Παρθενίου τοῦ Θαυματουργοῦ. Νὰ ἀκούσουμε γιὰ τὸν Ἅγιο
Παρθένιο καὶ κατόπιν νὰ ἀκούσουμε καὶ γιὰ τὸν Ἅγιο Λουκᾶ τον ἐν Στεὶρίῳ τῆς Ἑλλάδος,
τὸν ὅσιο αὐτὸ τὸν ὁποῖο γιορτάζει ἡ Βοιωτία.
Πρῶτα γιὰ τὸν Ἅγιο Παρθένιο, λοιπόν, τὸν θαυματουργὸ
καὶ τὸν προστάτη τῶν καρκινοπαθῶν, διότι διὰ τῶν πολλῶν θαυμάτων του, τῶν ὁποίων
ὁ Θεὸς τὸν εὐλόγησε νὰ κάνει, ἀνεδείχθη ὁ Ἅγιος Παρθένιος, προστάτης τῶν καρκινοπαθῶν
ἀδελφῶν μας, ὅπου ὅποιος καταφεύγει στὴ χάρη του καὶ στὰ τίμια λείψανά του,
βρίσκει θεραπεία διὰ πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου. Ὁ Ἅγιος Παρθένιος ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ
Μεγάλου Κωνσταντίνου, γύρω δηλαδὴ στὸν 4ο αἰῶνα. Ἤτανε γιὸς τοῦ Διακόνου
Χριστοδούλου της Μιλητουπόλεως στὸν Ἑλλήσποντο.
Παρ' ὅτι δὲν εἶχε λάβει μόρφωση, παρακολουθοῦσε στὴν Ἐκκλησία
τὰ ἱερὰ ἀναγνώσματα καὶ ἰδιαίτερα τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία προσπαθοῦσε
ὅ,τι ἄκουγε, εἴτε στὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ, εἴτε στὰ κηρύγματα καὶ στὶς ἱερὲς
κατηχήσεις ποὺ ἔκαναν οἱ πνευματικοί του πατέρες, νὰ τὰ κάνει ἐφαρμογή. Ἀσκοῦσε
τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ψαρᾶ καὶ μοίραζε στοὺς στόχους ὅσα ἔβγαζε χωρὶς νὰ κρατάει
τίποτα γιὰ λογαριασμό του.
Ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸν πλησίον ἤτανε τόσο πολὺ ὀνομαστή,
ὥστε ὁ ἐπίσκοπος Μιλητουπόλεως Φιλιτὸς θέλησε νὰ τὸν χειροτονήσει πρεσβύτερο,
παρ' ὅτι σθεναρὰ ὁ Παρθένιος εἶχε ἀρνηθεῖ.
Ἡ χάρης ὅμως τοῦ Θεοῦ περίσσευε πάνω στὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο.
Πολλὰ ἦταν τὰ θαύματα τὰ ὁποῖα ἔκανε. Γιὰ παράδειγμα, κάποτε στὸ δρόμο
συνάντησε ἕναν ἄνθρωπο, ὅπου ἔτυχε πρὸ ὀλίγου ἕνας ταῦρος μανιασμένος νὰ τοῦ
βγάλει μὲ τὸ κέρατό του τὸ μάτι του.
Ὀδυνόμενος ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος καὶ κρατῶντας τὸν ὀφθαλμό
του στὸ χέρι του, τὸν συνάντησε ὁ Ἅγιος, ὁ ὁποῖος τὸν λυπήθηκε καὶ ἀφοῦ τὸν ἐσταύρωσε,
τὸν ἔκανε καλὰ καὶ ἀποκατέστησε τὸν βγαλμένο ὀφθαλμό του. Στὴ συνέχεια ἀναφέρει
τὸ ἱερὸ συναξάρι, ὅτι ἕνα σκυλὶ λυσσασμένο ὅρμησε ἐπάνω του γιὰ νὰ τοῦ κάνει
κακὸ καὶ ἁπλῶς ὁ Ἅγιος τὸ ἐφύσηξε καὶ τὸ σταύρωσε καὶ αὐτὸ ἦταν ἱκανὸ ὥστε τὸ
λυσσασμένο ζῶο νὰ τραπεῖ σὲ φυγὴ καὶ νὰ ψοφήσει λίγο πιὸ πέρα. Ἐνώπιον τόσων ἀποδείξεων
τῆς Θείας Χάριτος ποὺ εἶχε ἐπάνω του ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ πολίτης Κυζίκου Ἀσχόλιος
Ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης θέλησε νὰ τὸν χειροτονήσει ἐπίσκοπο εἰς τὴ Λάμψακο τῆς
Μικρᾶς Ἀσίας, μία πόλη ποὺ ἀκόμη ἑκατοικεῖτο ἀπὸ εἰδωλολάτρες, ὥστε οἱ κάτοικοι
τῆς πόλεως βλέποντας, ὄχι ἁπλῶς ἀκούγοντας τὶς διδαχές του, ἀλλὰ βλέποντας τὴν ἁγιότητα
τοῦ βίου του καὶ τὰ θαυμαστὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα ἐπιτελοῦσε ὁ Θεὸς διαμέσου τοῦ Ἁγίου
του τίθεντο νὰ ἀρνηθοῦν τὰ εἴδωλα καὶ τὴ σκοτεινὴ λατρεία τῶν δαιμόνων καὶ νὰ
γίνουν χριστιανοί.
Καὶ πράγματι λοιπὸν ὁ Ἅγιος τόσο μὲ τὶς διδαχές του ὅσο
ὅμως περισσότερο μὲ τὴν ἀρετή του τὸ γεμᾶτο Ἅγιο Βίο του ἀπὸ παραδείγματα ἱερὰ
καὶ Ἅγια καὶ ταυτόχρονα τὰ πολλά του θαύματα τὸν ἔπεισαν τὸν κόσμο τῆς πόλεως ἐκείνης
νὰ ἀρνηθεῖ τὴ λατρεία τῶν εἰδώλων καὶ νὰ γίνουν χριστιανοί. Μετέβη τότε ὁ Ἅγιος
στὸ μεγάλο Κωνσταντῖνο στὴν Κωνσταντινούπολη ὅπου τοῦ ζήτησε ἄδεια νὰ
καταστρέψει τοὺς ναοὺς τῶν εἰδώλων καὶ νὰ ἀναγείρει χριστιανικὴ ἐκκλησία εἰς τὴν
ὁποία θὰ λατρεύεται ὁ ἐν Τριάδι προσκυνούμενος Θεός. Καὶ πράγματι τοῦ ἔδωσε τὴν
ἄδεια αὐτὴ καὶ χτίστηκε ἡ ἐκκλησία καὶ ὅταν στὸ τέλος ἑτοιμαζόντουσαν γιὰ νὰ
κάνουν τὴν ἐγκαίνια κι ἕνας ἀμαξὰς μετέφερε μιὰ μεγάλη μαρμάρινη πλάκα τὴν ὁποία
θὰ τοποθετοῦσαν στὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ ναοῦ ἀπὸ συνεργία τῶν Ἀκαθάρτων Πνευμάτων
τὰ ὁποῖα εἴχανε στερηθεῖ μιὰ ὁλόκληρη πόλη ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου ἐκεῖ ἀφήνιασαν
τὰ βόδια ποὺ ἔσερναν τὴν ἅμαξα τὰ ὁποῖα ἀνέτρεψαν τὸ ἁμάξι καὶ ποδοπάτησαν τὸ
δίστιχο ἀμαξά.
Τότε ὁ Ἅγιος χωρὶς νὰ ταραχθεῖ ἐνῷ ὅλη ἡ πόλη ἐξῆλθε
γιὰ νὰ δεῖ τὸ τραγικὸ αὐτὸ συμβὰν ἐπανέφερε τὸν ἀμαξὰ εἰς τὴ ζωὴ ἀφοῦ γονάτισε
δίπλα του καὶ προσευχήθηκε. Ὁ Ἅγιος Παρθένιος ἦταν ἕνας φιλόστοργος πατέρας ποὺ
ἡ πρόνοια τῆς πόλεως πλέον εἶχε ἀνατεθεῖ στὰ χέρια του. Οἱ γιατροὶ τῆς πόλεως δὲν
εἶχαν δουλειὰ γιατί ὅλοι οἱ ἀσθενεῖς κατέφευγαν στὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ μὲ σκοπὸ
νὰ βγοῦν τὴν ὑγεία τους.
Κι ἀκοῦστε ἕναν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο θεράπευσε ἕναν ἄρρωστο
πτωχὸ καὶ δαιμονισμένο. Ὁ δύστυχος ἐκεῖνος ἄνθρωπος ἦταν ἐταλαιπωρεῖτο ἀπὸ
φοβερὸ δαιμόνιο. Κατέφυγε λοιπὸν στὸν Ἅγιο Παρθένιο καὶ τὸν παρακάλεσε τὸν Ἅγιο
καὶ τοῦ εἶπε σὲ παρακαλῶ κάνε μὲ καλά.
Κι ἐκείνη τὴν ὥρα τὸ φοβερὸ δαιμόνιο ἐσπάραξε ἀπὸ μέσα
του, τὸν ἔριξε κάτω καὶ ἄρχιζε ὁ ἄνθρωπος νὰ βγάζει ἀφροὺς ἀπὸ τὸ στόμα. Τότε ὁ
Ἅγιος τὸ διέταξε νὰ φύγει μέσα ἀπὸ τὸν ταλαίπωρο ἄνθρωπο. Κι ἐκεῖνο
μαστιγούμενο ἀπὸ τὶς προσευχὲς τοῦ Ἁγίου τὸν ἱκέτεψε καὶ τοῦ εἶπε σὲ παρακαλῶ μὴ
μὲ στείλεις στὴν Ἄβυσσο.
Στεῖλε μὲ σὲ ἕναν ἄλλο τόπο μέχρι τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ ἐκεῖ
νὰ παραμείνω. Στεῖλε μὲ καὶ στὰ γουρούνια ἀκόμη ὅπως μὲ ἔστειλε ὁ Θεὸς καὶ
διδάσκαλός σου. Τότε ὅμως ὁ Ἅγιος τοῦ ἀπάντησε διαφορετικά.
ἀκοῦστε τὶ τοῦ εἶπε γιὰ νὰ θαυμάσετε τὴν ἀρετὴ τοῦ Ἁγίου.
Ὄχι, τοῦ λέει, νὰ μὴν πᾶς οὔτε σὲ τόπο ἔρημο, οὔτε στὰ γουρούνια, ἀλλὰ θὰ σοῦ
προσφέρω ἕνα ἄλλο καλύτερο γιὰ σένα οἰκητήριο, ἕναν ἄνθρωπο. Ποιόν ἄνθρωπο τοῦ
λέει τὸ δαιμόνιο.
Σὲ μένα ἔλα, τοῦ λέει, ἔλα νὰ κατοικήσεις σὲ μένα ἀρκεῖ
νὰ βγεῖς ἀπὸ τὸν ταλαίπωρο καὶ πτωχὸ αὐτὸ ἄνθρωπο. Κι ὅταν ὁ δαίμονας ἄκουσε αὐτὰ
τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου, τὰ ὁποῖα πήγαζαν ἀπ' τὴ μεγάλη καρδιά του, τὴ γεμάτη ἀγάπη
γιὰ τὸν πλησίον καὶ τὸν ἀδελφό, ἐκάηκε ἀπὸ τὴ φλόγα τῆς ἀγάπης του. Καὶ εἶπε
δυνατά, ἀλλοίμονο, μ' ἔκαψε ἡ ἀγάπη σου.
Πῶς μπορῶ νὰ κατοικήσω στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ. Καὶ τράπηκε
ὁ δαίμονας σὲ φυγὴ λέγοντας μεγάλη δύναμη στὸν χριστιανῶν. Ὁ Ἅγιος Παρθένιος ἐκκλήθηκε
κάποια μέρα νὰ μεταβεῖ στὴν Ἡράκλεια, μιὰ γειτονικὴ ἐπισκοπή, ὅπου ἐκεῖ πέρα
συνάντησε τὸν Μητροπολίτη τῆς Θράκης βαριὰ ἄρρωστο.
Τοῦ εἶπε τότε ὁ ἐπίσκοπος ἐκεῖνος τῆς πόλεως, «Σὲ
παρακαλῶ, ἄκουσα, Ἅγιε Δέσποτα, ὅτι εἶναι πολλὰ τὰ θαυμαστὰ τὰ ὁποῖα ἐπιτελεῖς
διὰ τῶν προσευχῶν σου. Βοήθησέ με καὶ μένα νὰ γίνω καλά, γιατί αἰσθάνομαι ὅτι ἡ
ψυχή μου φεύγει ἀπὸ τὸ σῶμα». Καὶ ἀφοῦ ὁ Ἅγιος προσευχήθηκε, τοῦ λέει τοῦ ἐπισκόπου
τῆς πόλεως ἐκείνης, «Σήκω πάνω του, λέει, δὲν ἔχεις τίποτα.
Ἡ ἀσθένειά σου δὲν ὀφείλεται σὲ κάποιο σωματικὸ
πρόβλημα ποὺ ἔχεις, ἀλλὰ ὀφείλεται σὲ ἕνα πάθος ποὺ βαθιὰ τρέφεις μέσα στὴν
ψυχή σου». Τί τοῦ λέει ὁ ἐπίσκοπος στὴ φιλαργυρία. Εἶσαι ἐπίσκοπος καὶ εἶσαι
φιλάργυρος καὶ ἀγαπᾶς τὰ χρήματα καὶ ἔχεις συλλέξει μέσα στὸ ἐπισκοπεῖο σου
τόσα χρήματα, ἐνῷ πεινοῦν τόσοι ἄνθρωποι μέσα στὴν ἐπισκοπή σου.
Δῶσε τα ὀφειλόμενα στοὺς πτωχοὺς καὶ θὰ δεῖς ἀμέσως τὴν
ὑγεία νὰ ξανάρχεται στὸ σῶμα σου. «Πάρ' τα, τοῦ λέει, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ. Πάρ'
τα, τοῦ λέει, ἐσὺ καὶ μοίρασέ τα».
Καὶ τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος Παρθένιος, «Ὄχι, τοῦ λέει, ὁ Θεὸς
ἀκόμη ἔχει δύναμη σὲ σένα δώσει. Ὥστε νὰ μπορεῖς νὰ τὸ ἐπιτελέσεις αὐτὸ τὸ καθῆκον
σου. Ἐσὺ πρέπει νὰ τὰ διαμοιράσεις».
Καὶ κάλεσε τότε στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Γλυκερίας ποὺ ἦταν ἐκεῖ
στὴν Ἡράκλεια, ὅλο τὸ λαὸ καὶ τὴ φτωχολογιὰ τῆς πόλης. Καὶ ἐκεῖ ὁ ἐπίσκοπος, τοὺς
συγκεντρωμένους θησαυροὺς ποὺ εἶχε μέσα στὴ Μητρόπολη, τοὺς διαμοίρασε στὰ
χέρια τῶν πτωχῶν καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες ἀποκαταστάθηκε πλήρως ἡ ὑγεία τοῦ ἐπισκόπου
ἐκείνου. Κατὰ τὴν παραμονή του στὴν Ἡράκλεια, ὁ Ἅγιος Παρθένιος εὐλόγησε ὅλες τὶς
ἀγροτικὲς καλλιέργειες τῆς πόλεως καὶ μάλιστα μὲ ἀκρίβεια, λέει τὸ ἱερὸ
συναξάρι, ὅτι τοὺς εἶπε τί καρποὺς θὰ κάνουν τὰ χωράφια τους καὶ τί κέρδος θὰ ἔχουν
οἱ πτωχοὶ ἐκεῖνοι οἱ ἀγρότες.
Ταυτόχρονα, ἀποχαιρετῶντας τὸν ἐπίσκοπο τῆς πόλεως, προεῖδε πότε θὰ εἶναι ὁ θάνατός του καὶ τοῦ εἶπε ποιόν πρέπει νὰ διορίσει ὡς διάδοχό του κατόπιν ἀφοῦ ἐκεῖνος ἀναχωρήσει γιὰ τοὺς οὐρανούς. Ὅταν ἐπέστρεψε πίσω στὴ Λάμψακο, μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, ὁ Θεὸς τὸν ἐκκάλεσε κοντά του καὶ ἀφοῦ παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Κύριο, ἄφησε εἰς τὸ ποίμνιο του, τὸ τίμιο λείψανό του, τὸ ὁποῖο ἀνέδιδε πλούσιο πλῆθος ἀρώματος καὶ μύρου, ποὺ τὸ ἔπαιρναν οἱ ἄνθρωποι, τὸ συνέλεγαν καὶ ταυτόχρονα θεραπεύονταν ἀπὸ διάφορες ἀσθένειες. Ἔτρεξαν εἰς τὴν κηδεία τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ Ἀνδρὸς ὅλοι οἱ γύρω ἐπίσκοποι, ὥστε ἔστω καὶ τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ λάβουν τὴν εὐχή του, διότι ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἀνέβαινε εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἡ παρρησία του ἐνώπιον τοῦ Ἁγίου Θεοῦ θὰ ἦταν θερμότερη καὶ μεγαλύτερη.
Αὐτὴ ἦταν ἡ βιογραφία τοῦ Ἁγίου Παρθενίου, Ἐπισκόπου
Λαμψάκου ποὺ ἡ ἐκκλησία μας γιορτάζει σήμερα.
Σήμερα ὅμως ἀγαπητοὶ μοῦ γιορτάζουμε καὶ τὸν Ἅγιο Λουκᾶ,
τὸν ἐν Στεὶρίῳ τῆς Ἑλλάδος. Τί ὡραῖα τὸ ἱερὸ συναξάρι ἀναφέρει τὸ ἐν Στεὶρίῳ τῆς
Ἑλλάδος αὐτὴ τὴ φράση, γιατί τὸ Ξακουστό του Μοναστήρι ποὺ βρίσκεται στὸ Στείρη
ἐκεῖ στὴ Βοιωτία εἶναι ἕνα μεγάλο προσκύνημα καὶ ἕνα πραγματικὸ μνημεῖο
βυζαντινῆς ἐποχῆς, τὸ ὁποῖο μαρτυρεῖ τὴ δόξα ποὺ ὑπῆρχε κάποτε σὲ ἐκεῖνο τὸ χῶρο,
ἀλλὰ ταυτόχρονα ἐπειδὴ ἐκεῖ φυλάσσεται τὸ τίμιο λείψανο τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ, πολλοὶ
ἄνθρωποι ἔρχονται, λαμβάνουν τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου, τὴ χάρη καὶ τὸ ἔλεος ποὺ
πηγάζει μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ θαυματουργὸ λείψανο.
Ἂς ἀκούσουμε ὅμως τί μᾶς λέει ὁ ἱερὸς συναξαριστὴς γιὰ
τὸν Ἅγιο Λουκᾶ. «Φτωχὸ παιδὶ ὁ Ἅγιος Λουκᾶς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί. Ἡ οἰκογένειά
του καταγότανε ἀπὸ τὴν Αἴγινα ὅταν μετανάστευσε στὴν Ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα λόγῳ τῆς
ἀπειλῆς τῶν Σαρακηνῶν πειρατῶν κοντὰ σὲ ἕνα χωριὸ στὴ Φωκίδα στὸ Καστόριον ὅπου
ἐκεῖ γεννήθηκε ὁ Ἅγιος Λουκᾶς τὸ 1890.
Ἑπτὰ παιδιὰ εἶχε ἡ οἰκογένειά του καὶ ἦταν ὁ τρίτος στὴ
σειρά. Δὲν πῆγε στὸ σχολεῖο γιὰ νὰ μάθει γράμματα. Τσοπάνης καὶ ἀγρότης ἤτανε
καθὼς μεγάλωνε καὶ μάλιστα ἡ ζωή του ὅλη ἤτανε γεμάτη σκληραγωγία ὅπως ἦταν ὅλων
τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης γιατί μιλᾶμε τώρα γιὰ τὰ τέλη περίπου τοῦ 9ου αἰῶνα
ὅπου γεννήθηκε ὁ Ἅγιος Λουκᾶς.
Δὲν εἶχε λοιπὸν οὔτε ποτὲ τοῦ ἀκούσει πὼς ζοῦσαν οἱ Ἅγιοι
τοῦ Θεοῦ οὔτε εἶχε διαβάσει τοὺς βίους τῶν Ἁγίων Πατέρων γιὰ νὰ γνωρίζει τί
πρέπει νὰ κάνει καὶ πῶς νὰ ἐφαρμόζει τὸν Εὐαγγελικὸ Νόμο. Ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὴν
ψυχή του ἔβγαινε μιὰ πηγαία ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ τόσο πολὺ ἔντονη ποὺ τὸν ἔκανε νὰ
φαίνεται ὅτι ἡ ζωή του ἦταν αὐστηρότατη, ἐρημική. Ποθοῦσε τὴν ἐρημία, νὰ ζήσει
μοναχικὴ ζωή, ἀσκητικότατη ζωὴ χωρὶς νὰ ἔχει διδαχθεῖ ἀπὸ κανέναν ἂν ἦταν
θεοδίδακτος ὁ μακάριος.
Ἀπέφευγε τὸ κρέας, τὰ αὐγὰ καὶ τὰ γαλακτοκομικά. Ἔτρωγε
μόνο λαχανικὰ καὶ γενικότερα τὰ Ὀπωροκηπευτικά. Τὸ νερὸ ἦταν τὸ μόνο πρόγραμμα
τὸ ὁποῖο ἔπινε.
Τὶς δὲ ἡμέρες τῆς Τετάρτης καὶ τῆς Παρασκευῆς δὲν
κατέλυε ἀπολύτως τίποτα ἀλλὰ μετὰ τὴ δύση τοῦ ἡλίου ὀλίγο νερὸ καὶ ψωμί. Εἶχε
συνηθίσει νὰ ἐργάζεται στὰ κοπάδια τῆς οἰκογένειάς του καὶ στὰ χωράφια.
Προσπαθοῦσε μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔβγαζε νὰ μοιράζει στοὺς φτωχοὺς ἐλεημοσύνες.
Καὶ τὰ ἴδια του τὰ ροῦχα ἀκόμη. Ὄντας ἀκόμη 14-15 χρονῶν
παιδὶ τὰ ἔδινε ἐλεημοσύνη στοὺς φτωχοὺς καὶ γύριζε πίσω στὸ σπίτι του σχεδὸν
γυμνός. Καὶ ὅταν τὸν ἔβλεπαν οἱ γονεῖς του τὸν ἔδερναν πολλὲς φορὲς λέγοντάς
του «τί τὰ ἔκανες τὰ ροῦχα ποὺ σοῦ δώσαμε, φτωχοὶ εἴμαστε ἐμεῖς καὶ δὲν ἔχουμε
τώρα γιὰ νὰ σοῦ πάρουμε καινούρια».
Ἐκεῖνος ὅμως χαιρόταν ὅτι τὰ ἔδινε ἐλεημοσύνη στοὺς
φτωχοὺς καὶ ὅτι ἐστερεῖτο ἐκεῖνος γιὰ νὰ ἔχουν οἱ ἄλλοι καὶ νὰ ζεσταίνονται καὶ
ταυτόχρονα ὅτι ὑπέμεινε γιὰ αὐτὰ ὕβρις ἔστω καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τήν οἰκογένειά
του. Ἐπιθυμοῦσε πολὺ νὰ γίνει μοναχὸς καὶ ἔτσι μιὰ μέρα ἀποφάσισε νὰ φύγει ἀπὸ
τὸ πατρικό του σπίτι κρυφὰ νὰ γίνει μοναχός.
Ἦταν τότε περίπου 15 ἐτῶν. Ὅταν στὸν δρόμο ὅπως τὸν εἴδανε
πτωχὸ καὶ ρακέντητο ἔφυγε κάποιοι στρατιῶτες, σταμάτησαν καὶ τὸν πέρασαν γιὰ δοῦλο,
γιὰ σκλάβο ποὺ τὸ εἶχε σκάσει ἀπὸ κάποιο κύριό του. Τὸν ρώτησαν λοιπὸν ὑπὸ τὴν ἀπειλὴ
τοῦ μαστιγίου τίνος εἶναι δοῦλος, ἐννοῶντας νὰ τοὺς πεῖ τον ἀφέτη του. Καὶ ὁ ἀγαθότατος,
ὁ Λουκᾶς, τοὺς ἀπάντησε καὶ τοὺς εἶπε ὅτι εἶμαι δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἐκεῖνοι νομίζοντας ὅτι τοὺς περιπαίζει καὶ ὅτι τοὺς
κοροϊδεύει δηλαδή, τὸν μαστίγωσαν ἀνελέητα καὶ τὸν πέταξαν στὴ φυλακή. Ἀναζητῶντας
τον ἀργότερα ἡ οἰκογένειά του, τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ ἀφοῦ καὶ ἐκεῖνοι τὸν
ὕβρισαν καὶ τὸν ξυλοφόρτωσαν, τὸν ἐπέστρεψαν εἰς τὸ σπίτι καὶ τὸν ἔβαλαν νὰ ἐργάζεται
μέσα πάλι σὲ ὅλες τὶς δουλειὲς ποὺ εἶχε ἡ οἰκογένεια ἐκείνη. Ὁ Θεὸς ὅμως εἶδε τὴν
ὑπομονή του καὶ τὴν καρτερία του καὶ πέρασαν κάποτε ἀπὸ τὸν τόπο του, ἐκεῖ ἀπ'
τὴ Φωκίδα, δύο μοναχοὶ οἱ ὁποῖοι πήγαιναν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα.
Βλέποντάς τους ὁ Ἅγιος τόσο πολὺ γοητεύτηκε ἀπ' τὴν
παρουσία τῶν πατέρων ποὺ θέλησε νὰ γίνει νὰ τοὺς ἀκολουθήσει καὶ ἐκεῖνος καὶ ἀποφάσισε
γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ κρυφὰ νὰ φύγει καὶ νὰ ἀκολουθήσει τοὺς μοναχούς. Ἀπέκρυψε
ποιός εἶναι καὶ ποιά εἶναι ἡ οἰκογένειά του γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀναζητήσουν ποτὲ καὶ
τὸν βροῦν. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ πατέρας του ἀναπαύθηκε, εἶχε δηλαδὴ πεθάνει.
Ἡ μητέρα του εἶχε μείνει μόνη της μαζὶ μὲ τὰ ὑπόλοιπα
παιδιά της. Τὸν Δὲ Λουκᾶ τὸν ἀγαποῦσε ὅλος ἰδιαιτέρως καὶ τὸν θεωροῦσε ἕναν ἀπ'
τὰ καλύτερα παιδιά της. Ὅταν ἐκεῖνος λοιπὸν ἀκολούθησε τοὺς μοναχούς, ἔφτασαν
μαζὶ μὲ τοὺς πατέρες σὲ ἕνα μοναστήρι τῶν Ἀθηνῶν, στὴ λεγόμενη Παναγία την Ἀθηνιώτισσα,
ὅπου τότε ἦταν ἕνας ἐνάρετος ἡγούμενος.
Τὸν ἄφησαν ἐκεῖ νὰ ἐγκαταβιώση στὸ μοναστήρι καὶ αὐτοὶ
συνέχισαν τὸ ταξίδι τους. Τὸν ἐρώτησε ὁ ἡγούμενος «Ποιός εἶσαι, ἔχεις οἰκογένεια»
καὶ ἀπέκρυψε τὴν ἀλήθεια λέγοντάς του πὼς δὲν ἔχω κανέναν στὸν κόσμο καὶ ὅτι εἶμαι
μόνος μου καὶ ἐπιθυμῶ νὰ γίνω μοναχός. Καὶ τότε ὁ ἡγούμενος τὸν κράτησε κοντά
του.
Τὸν ἔκανε μικρόσχημο μοναχὸ γιατί ἦταν ἀκόμη μικρὸς εἰς
τὴν ἡλικία, μόνης 14-15 ἐτῶν. Ἀλλὰ ὅμως ἡ μητέρα του, περνῶντας ὁ καιρὸς καὶ
βλέποντας ὅτι τὸ παιδί της δὲν γύριζε, κατάλαβε ὅτι σὲ κάποιο μοναστήρι εἶχε
πάει καὶ ἐφόσον τὸν ἀναζήτησε στὴν τριγύρω περιοχὴ καὶ δὲν τὸν βρῆκε, πῶς ἦταν ἐξάλλου
δυνατὸν νὰ τὸν βρεῖ ἐνῷ ἦταν τόσο μακριά, στὰ μέρη τῆς Ἀθήνας, ἔπεσε γονατιστὴ
στὰ εἰκονίσματά της καὶ ἀκοῦστε παρακαλῶ πολὺ τὸ συγκινητικό, γονατιστὴ στὰ εἰκονίσματά
της ἱκέτευε τὸν Θεὸ καὶ τοῦ ἔλεγε τοῦ Θεοῦ φέρε πίσω τὸ παιδί μου, δὲν ἔχω
κανέναν ἄλλον στὸν κόσμο, θέλω νὰ μοῦ φέρεις τὸ παιδί μου. Καὶ φαίνεται ὅπως
λέει ὁ ἱερὸς συναξαριστής, ὅτι ἡ μητέρα του εἶχε παρρησία στὸν Θεὸ καὶ αὐτὸ τὸ
καταλαβαίνουμε ἀπὸ τὸ παρακάτω περιστατικό, διότι ἐμφανίστηκε ἡ μητέρα του πολλὲς
φορὲς στὸν ὕπνο τοῦ ἡγουμένου καὶ τὸν ἀπειλοῦσε τὸν ἡγούμενο καὶ τοῦ ἔλεγε ὅτι
παρακρατεῖς τὸ παιδί μου.
Ποιά εἶσαι ἐσύ, τῆς εἶπε ὁ ἡγούμενος μιὰ μέρα στὸν ὕπνο,
εἶμαι ἡ μητέρα τοῦ Λουκᾶ, τὸν ὁποῖο ἔχεις ἐσὺ στὸ μοναστήρι σου. Πρόσεξε, θὰ
προσευχηθῶ ἐναντίον σου στὸν Κύριο, στεῖλε πίσω τὸ παιδί μου. Κάλεσε ἐκεῖνος
τότε τὸν Λουκᾶ καὶ τὸν ρώτησε ἂν ἔχει φύγει ἀπὸ τὸ σπίτι του κρυφὰ καὶ χωρὶς τὴν
εὐλογία τῆς μητέρας του.
Καὶ ντράπηκε ὁ Ἅγιος καὶ ἀποκάλυψε τὴν ἀλήθεια καὶ εἶπε
ὅτι ναὶ πράγματι ἔφυγα κρυφὰ ἀπὸ τὸ σπίτι μου χωρὶς νὰ τῆς τὸ πῶ. Τὸν μάλωσε ὁ ἡγούμενος
καὶ τοῦ εἶπε φύγε γρήγορα γιατί ἡ μάνα σου ἔχει παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ
προσεύχεται γιὰ σένα καὶ ἦρθε καὶ μ' ἀπείλησε ἐδῶ στὸ μοναστήρι γι' αὐτὸ ἐγὼ δὲν
θέλω νὰ τὰ βάζω μὲ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὸν ἔστειλε νὰ γυρίσει πίσω νὰ
βρεῖ τὴ μητέρα του.
Ἡ μητέρα του γονατιστὴ στὰ εἰκονίσματα παρακαλοῦσε τὸν
Θεὸ καὶ ἔλεγε δὲν θὰ σηκωθῶ ἀπὸ ἐδῶ Κύριε, δὲν θὰ φάω καὶ δὲν θὰ πιῶ μέχρι νὰ δῶ
τὸ παιδί μου νὰ ἀνοίξει τὴν πόρτα καὶ νὰ μπεῖ στὸ σπίτι. Καὶ ὅταν πράγματι ὁ
Λουκᾶς ἔφτασε στὸ σπίτι του καὶ ἄνοιξε τὴν πόρτα βρῆκε τὴ μητέρα τοῦ γονατιστὴ
στὰ εἰκονίσματα καὶ γυρίζοντας τὸ πρόσωπό της, βλέποντας τὸ παιδί της δὲν ἔτρεξε
νὰ τ' ἀγκαλιάσει καὶ νὰ τὸ φιλήσει ἀλλὰ εὐχαρίστησε πρῶτα ἐκ βάθους ψυχῆς τὸ Θεὸ
καὶ κατόπιν σηκώθηκε, τὸ ἀσπάστηκε καὶ τὸ περιμάζεψε. Ἀφοῦ πέρασαν περίπου τρία
μὲ τέσσερα χρόνια ἔλαβε τὴν εὐλογία κανονικὰ τῆς μητέρας του καὶ ἀναχώρησε γιὰ
τὸ ὅρος Ἰωαννίτζη ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὸ χωριό του θὰ λέγαμε στὰ Βαρδούσια ὅροι
γιὰ νὰ φτιάξει ἐκεῖ τὸ ἐρημητήριό του καὶ νὰ μείνει.
Ἐκεῖ βρῆκε ἕνα Ναΐδριο ἀφιερωμένο στοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους,
Κοσμᾶ καὶ Δαμιανό. Τὸ κελί του δὲν εἶχε ἄνεση ἀντιθέτως ἦταν πολὺ μικρό, στενὸ ἔφτιαξε
ἕνα λάκκο μέσα στὸ κελί του ἀντὶ γιὰ κρεβάτι γιὰ νὰ κοιμᾶται μέσα σὲ αὐτὸν καὶ
νὰ θυμᾶται πάντοτε τὸ θάνατο καὶ ταυτόχρονα ἔκανε μεγάλη νηστεία μεγάλη ἀγρυπνία
κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νύχτας κάνοντας πολλαπλὲς μετάνοιες καὶ λέγοντας συνεχῶς τὸ
Κύριε ἐλέησον ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του. Κάποτε δύο εὐσεβεῖς μοναχοὶ καθοδὸν πρὸς
τὴ Ρώμη πέρασαν ἀπὸ τὸ ἡσυχαστήριό του καὶ τὸν συνάντησαν.
Ἄκουσαν γιὰ τοὺς ὑπεράνθρωπους ἀγῶνες του καὶ ὅτι ζοῦσε
πολὺ πνευματικὴ ζωὴ καὶ ἀποφάσισαν νὰ τὸν ἐνδύσουν μὲ τὸ μεγάλο καὶ ἀγγελικὸ σχῆμα.
Καὶ ὅταν ὁ Ἅγιος Λουκᾶς Ἐνενδύθη τὸ μεγάλο καὶ ἀγγελικὸ σχῆμα. ἐπιδόθηκε σὰν
μαχητῆς πλέον ποὺ ἔγινε τοῦ Χριστοῦ σὲ ἀκόμη μεγαλύτερους πνευματικοὺς καὶ ἀσκητικοὺς
ἀγῶνες. Ἔλαβε πολὺ γρήγορα ἀπὸ τὸν Θεὸ τὰ χαρίσματα τῆς προφητείας καὶ τῆς
θαυματουργίας.
Γι' αὐτὸ καὶ προεῖπε τὴν εἰσβολὴ τῶν Βουλγάρων ποὺ ἔγινε
τὸ 917 καὶ ἐρήμωσαν τὴν Ἑλλάδα. Ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου ἁπλώθηκε σὲ ὅλη τὴν τριγύρω
περιοχή. Ἔρχονταν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐξομολογηθοῦν, νὰ λάβουν τὴν εὐλογία του, νὰ
πάρουν συμβουλὴ γιὰ τὴ ζωή τους.
Ἦρθαν τότε καὶ τρεῖς γυναῖκες, οἱ ὁποῖες μὲ συνεργία
βέβαια τοῦ Σατανᾶ ἐπείραξαν τὸν Ἅγιο. Δηλαδὴ ὅταν ἔφυγαν ἦρθαν ἀκάθαρτοι
λογισμοὶ στὸν Ἅγιο. Καὶ ὁ Ἅγιος τρεῖς ὁλόκληρες ἡμέρες καὶ τρεῖς νύχτες πάλευε
διὰ τῆς προσευχῆς του νὰ διώξει τοὺς κακοὺς λογισμούς.
Καὶ ὅταν ὁ Θεὸς εἶδε τοὺς μεγάλους του ἀγῶνες καὶ τὴν
πολὺ λύπη ποὺ εἶχε καταλάβει τὴν καρδία του γιὰ τοὺς κακοὺς αὐτοὺς λογισμούς, ἔστειλε
Ἄγγελο Κυρίου, ὁ ὁποῖος εὐλόγησε τὴν κεφαλή του καὶ δὲν ἐδέχθη πάλι ποτὲ λογισμὸ
αἰσχρό, οὔτε κακιὰ ἐνθύμηση. Πονηρὴ δηλαδή, τόσο πολὺ ποὺ ἔφτασε στὴν ἀπάθεια, ὥστε
ἔβλεπε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τὸ ἴδιο, ἄνδρες καὶ γυναῖκες. Μετὰ ἀπὸ 7 χρόνια στὸ
ὅρος Ἰωαννίτζη, ὅταν ἔφτασε ἡ ἀπειλὴ τῶν Βουλγάρων καὶ ἐκεῖ, ἀποφάσισε νὰ ἐγκατασταθεῖ
σὲ ἕνα κοντινὸ νησὶ γιὰ νὰ γλιτώσει ἀπὸ τὴν ἐπιδρομὴ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μετέβη στὰ
μέρη τῆς Κορίνθου.
Μιᾶς καὶ βρέθηκε στὴν Κόρινθο λόγῳ τῆς ἐπιδρομῆς τῶν
Βουλγάρων, ἐκεῖ ὁ Ἅγιος θέλησε νὰ πάει στὸ σχολεῖο γιὰ νὰ μάθει λίγα γράμματα,
μὲ σκοπὸ νὰ διαβάζει καὶ αὐτὸς τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὸ Ψαλτήρι. Ἀλλὰ ὅταν εἶδε πὼς
ἡ διαγωγὴ τῶν παιδιῶν στὸ σχολεῖο δὲν ταίριαζε μὲ τὴν ὡς ὥρα ζωή του, μὲ ὅσα
δηλαδὴ ἐκεῖνος ζοῦσε, εἶπε καλύτερα νὰ μείνω ἀγράμματος παρὰ νὰ χάσω τὸ ἦθος
μου, συναναστρεφόμενος μὲ τὰ παιδιὰ ποὺ βρίσκονται σὲ μικρὴ ἡλικία καὶ κάνουν
πράγματα τὰ ὁποῖα γιὰ μένα εἶναι ἀνάρμοστα. Ἔτσι λοιπὸν ἀποσύρθηκε κοντὰ σὲ ἕνα
περίφημο στηλίτη ποὺ βρισκόταν τότε στὸ Ζεμενό, κοντὰ στὸ Ξυλόκαστρο δηλαδή, ὅπου
ἦταν ξακουστὸς τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ὅπου γιὰ δέκα περίπου χρόνια ὑποτάχθηκε σὲ αὐτὸν
κόβοντας τελείως τὸ θέλημά του.
Ὅταν ἀποκαταστάθηκε ἡ εἰρήνη ἐπέστρεψε πάλι στὸ ἀσκητήριό
του στὸ ὅρος Ἰωαννίτζη καὶ ἐκεῖ διπλασίασε κατὰ κάποιο τρόπο τὸν ἀγῶνα του καὶ
τὸν ζῆλο του. Τὸν ἐπισκέπτονταν πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ πολλοὶ ἔγιναν μαθητές του
καὶ μάλιστα ὁ ἐπίσκοπος Κορίνθου ἀκούγοντας τότε γιὰ τὴν πολλή του ἀρετή τον ἐπισκέφθηκε
ἐκεῖ στὸ ὅρος Ἰωαννίτζη ὅπου θέλησε νὰ τὸν συναντήσει νὰ μάθει το πὼς ζεῖ ἀκριβῶς
καὶ ἀφοῦ τὰ ἄκουσε ὅλα αὐτὰ εἶπε τί θέλεις νὰ σοῦ προσφέρω καὶ ὁ Ἅγιος ἀπήντησε
δὲν θέλω νὰ μοῦ προσφέρεις τίποτε ὑλικὸ γιατί δὲν μοῦ λείπει κάτι, ἐδῶ ὅλα τὰ ἔχω.
Θαύμασε στὰ λόγια αὐτὰ ὁ ἐπίσκοπος γιατί ἔβλεπε μπροστά του ἕνα μοναχὸ ποὺ πέρα
ἀπὸ τὰ ράσα του καὶ τὴ σκέπη τὴν ὁποία εἶχε δηλαδὴ τὸ ἀσκητήριό του δὲν εἶχε
τίποτε ἄλλο καὶ τοῦ λέει ἐγὼ ὅλα τὰ ἔχω διδαχὲς καὶ παραινέσεις θέλω νὰ μοῦ πεῖς
καὶ προσευχὲς νὰ κάνεις γιὰ μένα Ἅγιε Δέσποτα τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος Λουκᾶς καὶ τότε
τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος, τοῦ εἶπε ὁ Δεσπότης τοῦ Ἁγίου ὅτι θὰ πρέπει τοῦ λέει νὰ
μεταλαμβάνεις τῶν ἀχράντων μυστηρίων κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπο καὶ τὸν ἐδίδαξε δηλαδὴ
πὼς νὰ μεταλαμβάνει σὰν ἀσκητὴς ποὺ ἦταν καὶ δὲν εἶχε τὴ δυνατότητα νὰ
παραβρίσκεται πάντοτε σὲ Θεία Λειτουργία τὰ ἄχραντα μυστήρια μὲ τὰ προηγιασμένα
Ἅγια.
Πολλοὶ ἦταν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν μποροῦσαν νὰ
καταλάβουν πὼς βίωνε μόνος του μέσα στὴν ἐρημία τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μάλιστα ὁ Ἅγιος
ἦταν τόσο αὐστηρὸς ποὺ οὔτε ἀκόμα σὲ μεγάλες γιορτὲς δὲν κατέβαινε νὰ
παρακολουθήσει τὶς μεγάλες γιορτὲς στὰ μοναστήρια ποὺ γινόντουσαν τὰ τριγύρω καὶ
κάποτε ἕνας ἡγούμενος τὸν ἐρώτησε καὶ τοῦ εἶπε «Γέροντα, γιὰ πές μας γιατί δὲν ἔρχεσαι
ἐδῶ νὰ γιορτάσουμε ὅλοι μαζὶ τὶς μεγάλες αὐτὲς γιορτὲς» καὶ ἀκοῦστε τί ἀπήντησε
«οἱ γιορτὲς καὶ οἱ ὕμνοι ἔχουν σκοπὸ νὰ ἐμπνεύσουν στὸ χριστιανὸ τὸ φόβο τοῦ
Θεοῦ». Σὲ τί χρησιμεύουν λοιπὸν σὲ κάποιον ποὺ τὸν ἔχει ἀποκτήσει αὐτὸ τὸ φόβο
μέσα στὴν ἡσυχία καὶ τὴ σιωπή.
Πολλὰ ἦταν θαύματα τὰ ὁποῖα ἐπιτέλεσε, ὅπως ἦταν νὰ
θεραπεύσει ἀρρώστους, ὅπως ἦταν νὰ προφητεύσει τὴν ἐπιδρομὴ διαφόρων βαρβάρων, ὅπως
ἦταν ἀκόμη νὰ μιλήσει καὶ σὲ ὑψηλὰ πρόσωπα τοῦ παλατιοῦ τῆς βυζαντινῆς τότε αὐτοκρατορίας,
τὰ ὁποῖα ἀκούγοντας γιὰ τὶς ἀρετὲς τὶς μεγάλες τοῦ Ἁγίου ἔφταναν μέχρι τὸ ὅρος Ἰωαννίτζη
γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐχή του καὶ νὰ πάρουν διάφορες πολύτιμες συμβουλὲς γιὰ
διάφορα ἔργα τὰ ὁποῖα ἤθελαν νὰ ἐπιτελέσουν μέσα στὴν αὐτοκρατορία. Ἀργότερα ὅταν
οἱ μαθητές του ἦταν ἀρκετοὶ τὸν παρακάλεσαν νὰ βρεθοῦν σὲ ἕνα σημεῖο ὅλοι μαζὶ
καὶ ἐκεῖ νὰ φτιάξουν μοναστήρι. Καὶ ὁ Ἅγιος μεταφέρθηκε στὴν περιοχὴ Στείριον ἢ
Σωτήριον διαφορετικὰ τῆς Βοιωτίας, ἕνα ὑπέροχο μέρος στὸ ὁποῖο ἀφοῦ τὸ
ξεχέρσωσε ἔφτιαξε τὸ μοναστήρι του γιὰ νὰ μείνει ἐκεῖ.
Ἐκεῖ ἔμενε περίπου 7 χρόνια ὅπου κατάφερε νὰ φτιάξει ἕνα
μοναστήρι νὰ βοηθήσει τοὺς ἀνθρώπους τῆς γύρω περιοχῆς οἱ ὁποῖοι ἀκούγοντας γιὰ
τὰ πολλά του θαύματα ἔτρεχαν γιὰ νὰ πάρουν τὴν εὐλογία του καὶ πληροφορούμενος ὁ
Ἅγιος ἀπὸ τὸν Θεὸ ὅτι ἔπρεπε νὰ διαμείνει ἐκεῖ γιὰ νὰ βοηθάει καὶ τοὺς μαθητές
του καὶ τὸν κόσμο κάνοντας ὑπακοὴ στὸ Θεῖο Θέλημα παρεῖχε ἄφθονη τὴ Θεία
Βοήθεια σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Τὸ ἕβδομο ἔτος τῆς παραμονῆς του στὸ Στείριον ὁ
Ἅγιος Λουκᾶς ἔπεσε βαριὰ ἄρρωστος καὶ ἀφοῦ ἀσπάστηκε τοὺς μαθητές του καὶ ἔδωσε
σὲ ὅλους τὶς τελευταῖες συμβουλὲς ἔτρεξαν καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὰ γύρω χωριὰ καὶ
τὴν περιοχὴ γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία του τοὺς προφήτευσε ὅτι στὸν τόπο ἐκεῖνο ὅπου
θὰ γίνει ὁ τάφος του θὰ φτιαχτοῦν ἀργότερα δύο μεγάλες ἐκκλησίες καὶ ἕνα
περίλαμπρο μοναστήρι καὶ στὶς 7 Φεβρουαρίου τοῦ 953 ὁ Ἅγιος παρέδωσε τὴν ψυχή
του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Πράγματι, τὸ περίφημο αὐτὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ ποὺ
μέχρι σήμερα σώζεται ἐκεῖ στὴ Βοιωτία, στείρι τῆς Βοιωτίας, εἶναι ἡ
πραγματοποίηση τῆς προφητείας τοῦ Ἁγίου ὁ ὁποῖος εἶχε προφητεύσει ὅτι πράγματι
μετὰ τὴν κοίμησή του θὰ ἀναγερθεῖ ἐκεῖ περίφημο μοναστήρι καὶ περίφημοι ναοὶ ποὺ
θὰ μείνουν εἰς τὸν αἰῶνα ὡς κόσμημα τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ὁ τάφος του ἀνέβλυζε κατόπιν ἀρωματικὸ ἔλαιο τὸ ὁποῖο
περισυνέλλεγαν σὲ ἕνα λίχνο καὶ ἔκανε πλῆθος θαυμάτων. ¨Ἔτσι λοιπὸν ἀγαπητή μου
ἀδελφοὶ ἔχουμε σήμερα νὰ ἑορτάσουμε δύο ἁγίους τὸν ἅγιο παρθένιο καὶ τὸν ἅγιο
Λουκᾶ των ἐν Στειρίῳ τῆς Ἑλλάδος, ἐμεῖς ἐδῶ στὴν Πάτρα ἔχουμε καὶ ναὸ τοῦ Ἁγίου
Λουκᾶ ποὺ βρίσκεται περίπου στὴν ὁμόνοια κοντὰ ὥστε λαμβάνουμε καὶ τὴ χάρη τοῦ ἁγίου
μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ μικρὸ προσκύνημα ποὺ ἔχουμε στὴν πόλη μας, μάλιστα ὁ ναὸς αὐτὸς
εἶναι μετόχι τῆς μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ ποὺ βρίσκεται στὸ Στείρι τῆς Ἑλλάδος.
Σᾶς εὔχομαι ἀγαπητοί μου ἀδερφοὶ νὰ ἔχετε τὴν εὐλογία
τῶν ἁγίων στοὺς δὲ ἀσθενοῦντας ἀδελφοὺς ποὺ κατατρύχονται ἀπὸ τὴν ἀσθένεια τοῦ
καρκίνου ὁ ἅγιος Παρθένιος νὰ εἶναι ἰατρὸς καὶ βοηθὸς ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγιος Λουκᾶς νὰ
εἶναι καὶ ἐκεῖνος βοηθὸς καὶ γιατρὸς σὲ ὅλους τοὺς πάσχοντες ἀδελφούς μας ἂς μᾶς
ἐμπνέει ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ τὸ παράδειγμα τοῦ ἅγιου τῶν ἁγίων τοῦ θεοῦ καὶ ἂς
μᾶς καθοδηγεῖ πρὸς τὴ σωτηρία.
Καλή σας ἡμέρα καὶ εὐλογημένη.
Απολυτίκιον Όσιου Παρθενίου Επισκόπου Λαμψάκου,
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Tῷ μύρῳ τοῦ Πνεύματος, ποιμὴν Λαμψάκου ὀφθείς, τὴν
θείαν ἐνέργειαν παρὰ Θεοῦ δαψιλῶς θαυμάτων ἐπλούτησας, δαίμονας ἀπελαύνειν, ἀσθενοῦντας
ἰᾶσθαι, νόσους ἀποδιώκειν καὶ πληρῶν τὰς αἰτήσεις, Παρθένιε ἱεράρχα, τῶν
προσιόντων σοι.
Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τῶν θαυμάτων εἴληφας, τήν θείαν χάριν θεόφρον, ἱερέ
Παρθένιε, θαυματουργέ θεοφόρε, ἅπαντα, πιστῶν τά πάθη ἀποκαθαίρων, πνεύματα, τῆς
πονηρίας πάτερ ἐλαύνων· διά τοῦτο σέ ὑμνοῦμεν, ὡς μέγαν μύστην Θεοῦ τῆς
χάριτος.
Απολυτίκιον Ὁσίου Λουκά ὁ ἐν Στειρίῳ ὄρει ἄσκησας.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς Ἑλλάδος τὸ κλέος, καὶ Ὁσίων τὸ καύχημα, καὶ τὸν τοῦ
Στειρείου φωστῆρα, καὶ οἰκήτορα ὅσιον, τιμήσωμεν ᾀσμάτων ἐν ὠδαίς, Λουκᾶν τὸν
θεοφόρον εὐσεβῶς, τῷ Χριστῷ γὰρ οἰκειούται διαπαντός, τοὺς πίστει ἀνακράζοντας,
δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ,
πάσιν ἰάματα.
Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ' Τὴ Ὑπερμάχω.
Ὁ ἐκλεξάμενος Θεὸς πρὸ τοῦ πλασθήναι σε, εἰς εὐαρέστησιν
αὐτοῦ, οἲς οἶδε κρίμασι, προσλαβόμενος ἐκ μήτρας καθαγιάζει, καὶ οἰκεῖον ἐαυτοῦ
δοῦλον δεικνύει σέ, κατευθύνων σου Λουκᾶ τὰ διαβήματα, ὁ φιλάνθρωπος, ὢ νῦν
χαίρων παρίστασαι.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου