Αρθρογραφια - Αναγνωσματα

[Αρθρογραφία - Αναγνώσματα][bsummary]

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ

[ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ][bigposts]

business

[Ορθοδοξία][twocolumns]

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ - Τετάρτη, 05 Φεβρουαρίου 2025


Ἀγαπητοί μας τηλεθεατές, καλή σας ἡμέρα. Σήμερα 5 τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀγάθης. Ἡ Ἁγία Ἀγάθη εἶναι μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες μάρτυρες ὅπου ἔζησε τὴν ἐποχὴ τῶν πρώτων αἰώνων, τοῦ τρίτου αἰῶνα συγκεκριμένα, καὶ μαρτύρησε εἰς τὴν Δύση, στὴν Κατάνια τῆς Σικελίας.


Πρόκειται γιὰ μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες Ἀγίες τῆς Δύσεως ποὺ τιμᾶται ὅλος ἰδιαιτέρως εἰς τὴν Δυτικὴ Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ ἐδῶ εἰς τὴν Ἀνατολή. Τὸ συναξάρι της πολὺ συγκινητικό, διότι ἡ Ἁγία ἦταν μόλις 15-16 ἐτῶν ὅταν μαρτύρησε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, μᾶς δείχνει το πὼς ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἐμφορεῖται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο γίνεται τόσο δυνατός, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ ἀψηφᾶ τὰ βάσανα, τοὺς πόνους τῶν μαρτυρίων, τίποτε ἀπολύτως νὰ μὴν μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἐμπόδιο ἐνώπιον του, ὥστε νὰ ἀγαπήσει τὸν Χριστὸ καὶ νὰ τρέξει ἐλεύθερος κοντά του.


Ἂς ἀκούσουμε λοιπὸν τοῦτο τὸ ἱερὸ Συναξάριον τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀγάθης γιὰ νὰ ὠφεληθοῦμε πνευματικά.


Ἡ Ἁγία Ἀγάθη μία ἀπὸ τὶς ἐπιφανέστερες μάρτυρες τῆς Δύσεως καταγόταν ἀπὸ εὐγενικὴ καὶ πλούσια οἰκογένεια τῆς Κατάνια τῆς Σικελίας. Ἀπὸ νεαρότατη ἡλικία ἐπιδόθηκε νὰ καλλύνει τὴν σπάνια ὀμορφιά της. μὲ τὸ ἀνεκτίμητο κόσμημα τῆς ἀληθινῆς πίστεως καὶ τῶν Ἁγίων ἀρετῶν, ἀφιερώνοντας ἀκέραιο τὴν ἑαυτό της στὸν Κύριο. Ἡ κοπέλα δηλαδὴ αὐτή, ἡ ὁποία διεκρίνετο γιὰ τὴν ὀμορφιά της τὴ σωματική, θέλησε νὰ προσθέσει κάλος ἐπάνω στὸ κάλος, ἔχοντας μαζὶ μὲ τὴν σωματικὴ ὀμορφιὰ καὶ τὴν ψυχικὴ ὀμορφιά, μὲ τὴν πίστη στὸν Χριστὸ καὶ τὴν καλλιέργεια τῶν Ἁγίων Ἀρετῶν.


Κατὰ τὸν διωγμό του Δεκίου ποὺ ἔγινε τὸ 251 μετὰ Χριστόν, ἡ Ἁγία ἦταν μόλις 15 ἐτῶν ἢ 16. Συνελήφθη τότε μὲ διαταγὴ τοῦ ἐπάρχου Κιντιανοῦ καὶ ὁδηγήθηκε στὸ δικαστήριο. Ἐκεῖνος ὅταν ἀντίκρισε τὴν νεαρὰ μορφή της, σαγηνεύτηκε ἀπὸ τὸ σωματικό της κάλος.


Ἄκουσε γιὰ τὴν καταγωγή της, γιὰ τὰ πλούτη τὰ ὁποῖα εἶχε ἡ νεαρὰ ἐκείνη ἡ κόρη καὶ σαγηνευμένος ὅπως ἦταν ἀπὸ τὴν ὀμορφιά της. Ἀλλὰ καὶ ἐποφθαλμιῶντας τὰ πλούτη της, τῆς ἔκανε πρόταση νὰ τὴν κάνει γυναῖκα του καὶ νὰ τὴν κάνει βασίλισσα καὶ ἀρχόντισσα τῆς περιοχῆς. Ἡ Ἁγία ὅμως ἀρνήθηκε καὶ τοῦ εἶπε ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωση ποτὲ ἐγὼ νὰ ἀρνηθῶ τὸν Χριστό, νὰ γίνω εἰδωλολάτρισσα καὶ νὰ γίνω γυναῖκα δική σου.


Τοῦτο τὸ κάλος ποὺ βλέπεις ἀλλὰ καὶ τὸν ἑαυτό μου ὁλόκληρο ἐγὼ τὸν ἔχω ἀφιερώσει εἰς τὸν σωτῆρα τοῦ κόσμου. Τὸν ἀφιέρωσα εἰς τὸν ἴδιο τόν Χριστό. Θυμωμένος ὁ ἔπαρχος, ὁ Κιντιανός, προκειμένου νὰ τῆς δώσει χρόνο ἴσως νὰ τὸ σκεφτεῖ καὶ νὰ ἀλλάξει γνώμη, τὴν παρέδωσε σὲ μιὰ διάσημη ἑτέρα, ἁμαρτωλὴ γυναῖκα ὀνόματι Ἀφροδυσσία, ἡ ὁποία ἕναν ὁλόκληρο μῆνα προσπαθοῦσε νὰ πείσει την Ἀγάθη, νὰ δεχθεῖ νὰ πάρει τὸν ἔπαρχο γιὰ σύζυγό της καὶ νὰ ἀλλάξει τὴν πίστη της καὶ νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα.


Ἔχοντας ὅμως ὡς θεμέλιο τὴν ἀπαρασάλευτη πέτρα τῆς πίστεως, ἡ νεαρὴ κόρη ἔμενε ἀτάραχη μπροστὰ στὶς ὑποσχέσεις καὶ ὅλα τὰ θέλγητρα τῶν κοσμικῶν ἀπολαύσεων. Ὅ,τι δηλαδὴ τῆς ὑποσχόντουσαν, εἴτε αὐτὰ ἀποτελοῦσαν ἡδονές, ἡ πλούτη ἢ ἡ δόξα τὴν ὁποία θὰ ἀπολάμβανε ἂν γινόταν γυναῖκα τοῦ ἐπάρχου καὶ θυσίαζε στὰ εἴδωλα, ἐκείνη ὅλα αὐτά της φαινόντουσαν μάταια, τὰ θεωροῦσε μάταια μπροστὰ στὴν πίστη τὴν ὁποία εἶχε εἰς τὸν Χριστό. Τότε, ὅταν πέρασε πλέον τόσο μεγάλο χρονικὸ διάστημα, ἡ Ἀφροδυσσία ὁμολόγησε τὴν ἧττα της, ὅτι δηλαδὴ δὲν κατάφερε τίποτε ἀπολύτως νὰ κάνει οὔτε νὰ κάμψει τὸ γενναῖο φρόνημα τῆς νεαρᾶς αὐτῆς κόρης καὶ ὅτι θὰ ἦταν πιὸ εὔκολα ἢ τὸ σίδερο νὰ λυγίσει ἢ τὴν πέτρα παρὰ νὰ ἀλλάξει τὴ γνώμη τῆς νεαρῆς αὐτῆς παρθένου της Ἀγάθης καὶ νὰ τὴν κάνει νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα.


Καὶ ἔτσι, λοιπόν, ὁ Καντιανὸς τὴν ἐκκάλεσε γιὰ δεύτερη φορὰ κοντά του καὶ τὴν ἐρώτησε «Ποιά εἶναι ἡ καταγωγή σου, ἀπὸ ποῦ κατάγεσαι». Τότε ἐκείνη τοῦ εἶπε ὅτι εἶναι ἀρχόντισσα καὶ ὅτι κατάγεται ἀπὸ ἔνδοξη καὶ περιφανῆ οἰκογένεια τῆς Σικελίας. Ἀκούγοντας, λοιπόν, ὁ ἔπαρχος τὴν εὐγενικὴ καταγωγή της, ἐκδήλωσε τὴν ἀπορία του καὶ τῆς εἶπε τὰ ἑξῆς: «Καὶ πῶς γίνεται, τῆς λέγει, ἐσὺ μία Ἀριστοκράτισσα καὶ μία ἀρχόντισσα νὰ φέρεσαι σὰν σκλάβα καὶ νὰ κάνεις πράγματα ποὺ κάνουν οἱ ἄνθρωποι οἱ τιποτένιοι καὶ οἱ σκλάβοι».


Καὶ ἀπάντησε ἡ Ἁγία Ἀγάθη ὅτι «Ἐγὼ πρῶτα ἀπ' ὅλα εἶμαι δούλη τοῦ Χριστοῦ». «Ἔτσι, λοιπόν, ὅπως μοῦ ὑπαγορεύει ὁ Κύριος μοῦ νὰ φέρομαι, ἔτσι θὰ φέρομαι κι ἐγώ», τοῦ ἀπήντησε ἡ Ἁγία Ἀγάθη. «Καὶ ὅποιος ὑπηρετεῖ τὸν Χριστό, τὸν μεγάλο αὐτὸ Δεσπότη τῶν Ἁπάντων, ἐκεῖνος εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ ὁτιδήποτε κοσμικὸ μπορεῖ νὰ σκλαβώσει τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου».


Καὶ καθὼς συνέχιζε νὰ ἐμπαίζει μὲ διάφορα λόγια τοὺς θεοὺς τῶν εἰδώλων ποὺ πίστευε ὁ ἔπαρχος, τότε ἐκεῖνος θύμωσε καὶ ἔδωσε ἀμέσως ἐντολὴ νὰ χτυπήσουν τὴν Ἁγία εἰς τὸ πρόσωπο γιὰ νὰ πάψει νὰ ὁμιλεῖ ἔτσι γιὰ τοὺς θεούς του καὶ νὰ βλασφημεῖ ὀνομάζοντάς τους «εἴδωλα καὶ ψεύτικους θεούς». Τὴν ἔδωσε λοιπὸν ἐντολὴ νὰ τὴ ρίξουν εἰς τὴ φυλακὴ μέχρι τὴν ἑπόμενη μέρα νὰ σκεφτεῖ καὶ νὰ ἀποφασίσει μὲ τί τρόπο θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν ὑποβάλει στὰ μαρτύρια. Τὴν ἑπόμενη μέρα, παρ' ὅτι ἡ Ἁγία ἐδέχτηκε ἀφόρητες πιέσεις γιὰ νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα καὶ νὰ σώσει τὴ ζωή της, ἐκείνη ἐδήδωσε πὼς «ἡ μόνη της ἀγάπη, ἡ μόνη της σωτηρία εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ του Ζῶντος».


Ξεκίνησαν τότε τὰ μαρτύρια γιὰ τὴ νεαρὰ Ἀγάθη. Πρῶτα τὴν ἔβαλαν στὸ τιμωρητικὸ ξύλο ὅπου τέντωσαν τὰ μέλη της καὶ κατόπιν ἔδωσε ἐντολὴ ὁ ἔπαρχος νὰ ξεκινήσουν οἱ στρατιῶτες νὰ τὴν μαστιγώνουν καὶ ἐνῷ ξέσχιζαν τὸ κορμί της μὲ τὰ μαστίγια, ἦρθαν ἄλλοι στρατιῶτες μὲ σιδερένια νύχια νὰ ξύνουν καὶ νὰ μεγαλώνουν τὶς πληγές της, τὰ ὁποῖα ἔφεραν ἄγκιστρα εἰς τὸ τέλος ποὺ ὅταν ἔμπαιναν μέσα εἰς τὸ σῶμα τῆς Ἁγίας, τραβῶντας τα οἱ στρατιῶτες, ἀπέκοπταν καὶ μέλη ἀπ' τὶς Ἀγίες σάρκες της. Καὶ ἀφοῦ καταξέσχισαν τὸ κορμί της μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ σιδερένια ἄγκιστρα καὶ τὰ νύχια, ἄρχισαν νὰ περνοῦνε μὲ δαυλοὺς τὸ σῶμα της ἀναμμένους καὶ νὰ καῖνε τὶς πληγές της.


Καὶ ὅταν ἡ μακαρία ἐκείνη νεαρὰ κοπέλα ὑπέφερε ἀπὸ τὰ βάσανα αὐτά, ἔλεγε τὰ ἑξῆς συγκινητικὰ λόγια. «Τοῦτα τὰ βασανιστήρια ποὺ κάνετε στὸ κορμί μου εἶναι γιὰ μένα πηγὴ χαρᾶς», ἔλεγε ἡ Ἁγία Ἀγάθη. Διότι ὅπως τὸ στάρι γιὰ νὰ μαζευτεῖ στὴν ἀποθήκη, πρῶτα τὸ ἁλωνίζουν, τὸ ξεφλουδίζουν καὶ κατόπιν τὸ βάζουν μέσα εἰς τὴν ἀποθήκη, ἔτσι καὶ ἐγώ.


Ἡ ψυχή μου γιὰ νὰ ἀνέβει σὰν καθαρὸ σιτάρι στὴν ἀποθήκη τοῦ Θεοῦ, πρῶτα πρέπει νὰ περάσει ἀπὸ τὰ βάσανα καὶ τοὺς πόνους καὶ ἀφοῦ τὰ ὑπομείνει ὅλα αὐτά, ὡς καθαρὸ σίτος πλέον νὰ ἀποθηκευτεῖ στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἔξαλλος ὁ τύραννος διέταξε τότε νὰ κόψουν τοὺς μαστοὺς τῆς Ἁγίας καὶ νὰ τὴν πετάξουν στὸ κελί της, δίχως τὴν παραμικρὴ φροντίδα. Ὅταν ἄκουσε ἡ Ἁγία τὴν ἐντολὴ αὐτή, τοῦ εἶπε τότε «Εἶσαι τόσο σκληρός, τοῦ λέγει καὶ ἀπάνθρωπος, ποὺ τὰ μέλη αὐτὰ τῆς γυναικός, ποὺ καὶ ἐσὺ θήλασες ὅταν ἤσουν παιδί, δὲν τὰ σεβάστηκες, ἀλλὰ ἔδωσες ἐντολὴ νὰ τὰ ἀφαιρέσουν ἀπὸ τὸ σῶμα μου καὶ νὰ ξέρεις, τοῦ λέει, ὅτι θὰ τιμωρηθεῖς, ἔτσι τοῦ εἶπε ἡ Ἁγία».


Τὴν νύχτα ἐκείνη ὅπου πέταξαν τὴν Ἁγία στὴ φυλακή, μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ βάσανα παρουσιάστηκε ἄγγελος Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἐθεράπευσε τὶς πληγές της καὶ μέσα σὲ ὁλόλαμπρο φῶς τὴν ἀποκατέστησε τελείως εἰς τὴν ὑγεία της. Τὴν τέταρτη ἡμέρα ὁ Κιντιανὸς διέταξε νὰ παρουσιαστεῖ ξανὰ ἐνώπιον τοῦ ἡ Μάρτυς Ἀγάθη. Κι ὅταν εἶδε λοιπὸν τὴ θαυματουργικὴ αὐτὴ ἴασή της, ἐξεπλάγη ὁ ἴδιος καὶ μὴ κατανοῶντας ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν ἐκεῖνος ποὺ τὴν θεράπευσε, ὀνόμαζε τὴν Ἁγία Μάγισσα καὶ ὅτι μέσα ἀπὸ μαγεῖες ποὺ ἔκανε θεραπεύτηκε.


Ἔδωσε τότε ἐντολὴ πάλι νὰ τὴν ξεγυμνώσουν καὶ νὰ τὴν κυλᾶνε ἐπάνω σὲ θραύσματα σπασμένων ἀγγείων καὶ ἀναμμένα κάρβουνα ποὺ εἶχαν σκορπίσει στὸ χῶμα γιὰ νὰ πληγωθεῖ τὸ σῶμα της ἐκ νέου καὶ νὰ καεῖ ἀπὸ τὰ κάρβουνα. Ἔγινε ἐκείνη τὴν ὥρα σεισμὸς μεγάλος στὴν περιοχὴ ποὺ γκρεμίστηκε μεγάλο τμῆμα τοῦ παλατιοῦ ἀλλὰ καὶ ὅλος ὁ λαός της Κατάνης ἔτρεξε ἔντρομος στὸ πραιτόριο καὶ ἀπείλησε τὸν ἔπαρχο ὅτι θὰ κάψει κι αὐτὸν καὶ τὸ παλάτι του τὸ ὑπόλοιπο ἂν δὲν ἐλευθέρωνε ἀμέσως τὴν Ἁγία ἀπ’ τὰ μαρτύρια διότι ἦταν τιμωρία τοῦ Θεοῦ ὁ σεισμὸς αὐτὸς διότι ἀδίκως ἔπασχε ἡ Ἁγία καὶ τὴν βασάνιζε ὁ ἔπαρχος. Τὰ βασανιστήρια σταμάτησαν καὶ ἡ Ἁγία ὁδηγήθηκε πίσω στὴ φυλακὴ διότι ἐφοβήθηκε ὁ ἔπαρχος τὴν ὀργὴ τοῦ λαοῦ.


Ἐκεῖ προσευχήθηκε στὸν Κύριο ποὺ τοὺς εἶχε δώσει την χάρη καὶ τὴν ὑπομονὴ νὰ ὑπομένει μὲ τέτοια καρτερία τὰ βασανιστήρια καὶ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἔφυγε ἡ μακαρία της ψυχὴ γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ὅπου τὴν ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ εἰσέρθει μὲ μεγάλη δόξα εἰς τὴν ἐπουράνια πατρίδα της. Μόλις οἱ κάτοικοι τῆς πόλης ἔλαβαν τὴν εἴδηση τοῦ θανάτου της ἔσπευσαν στὴ φυλακὴ φέρνοντας μύρο καὶ ἀρώματα γιὰ νὰ τὴν κηδεύσουν. Τὴ στιγμὴ ποὺ ἀπέθεταν τὸ σῶμα της σὲ ἕνα τάφο ἀπὸ πορφυρίτη ἐμφανίστηκε στὴν πόλη ὁ φύλακας ἄγγελος τῆς Ἁγίας μὲ τὴ μορφὴ λαμπροῦ νέου ποὺ τὸν συνόδευαν 100 περίπου παιδιὰ ντυμένα στὰ λευκὰ καὶ τοποθέτησε στὸν τάφο τῆς μαρμάρινη πλάκα πάνω στὴν ὁποία ἦταν χαραγμένη ἡ ἑξῆς ἐπιγραφὴ «Νοῦς ὅσιος, αὐτοπροαίρετος, τιμὴ ἐκ Θεοῦ καὶ πατρίδος λύτρωσης».


Κατόπιν ἔγινε ἄφαντος. Ὁ ἄνομος Κινδιανὸς θέλησε νὰ οἰκειοποιηθεῖ τὴν περιουσία της Ἀγάθης. Βρῆκε ὅμως τὸν θάνατο καταποντισμένος στὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ ἀφοῦ ἀνατράπηκε ἀπὸ τὰ ἄλογά του.


Τὸν ἑπόμενο χρόνο τὴν ἐπέτειο τοῦ θανάτου τῆς Ἁγίας ἔγινε ἔκρηξη τῆς Αἴτνας καὶ ἡ λάβα ἀπειλοῦσε νὰ κάνει στάχτη τὴν πόλη της Κατάνης. Τότε καὶ οἱ εἰδωλολάτρες ἀκόμη ἔτρεξαν μαζὶ μὲ τοὺς χριστιανοὺς στὸν τάφο τῆς Ἁγίας, πῆραν τὸ μεταξωτὸ πέπλο ποὺ τὴν σκέπαζε καὶ τὸ ἔβαλαν σὰν ἀσπίδα μπροστὰ στὸ ποτάμι τῆς Λάβας ποὺ σταμάτησε ἐπὶ τόπου. Τὸ ἴδιο θαῦμα ἐπαναλήφθηκε πολλὲς φορὲς ἀνὰ τοὺς αἰῶνες καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἡ Ἁγία Ἀγάθη τιμᾶται μὲ εὐλάβεια ὡς πολιοῦχος της Κατάνης.


Ἡ τιμή της διαδόθηκε Ἑβραῖος σὲ Δύση καὶ σὲ Ἀνατολή. Αὐτὸ ἦταν τὸ Ἱερὸ Συναξάριο τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀγάθης. Ἀλλὰ ἂς ἀναφέρουμε καὶ σύντομα τὸ Ἱερὸ Συναξάριο ἑνὸς Νεομάρτυρος ποὺ γιορτάζει σήμερα μαζὶ μὲ τὴν Ἁγία Ἀγάθη, τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἀντωνίου τοῦ Ἀθηναίου, ὁ ὁποῖος τὸ 1774 στὴν Κωνσταντινούπολη μαρτύρησε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.


Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Νεομάρτυς ἦταν γιὸς φτωχῶν χριστιανῶν τῆς Ἀθήνας. Σὲ ἡλικία 12 ἐτῶν μπῆκε στὴν ὑπηρεσία ἑνὸς μουσουλμάνου Ἀλβανοῦ γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς γονεῖς του. Τὸ 1770 ὅπου ἔγιναν τὰ Ὀρλοφικά, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν αἱματηρῶν ἀντιποίνων ποὺ ἀκολούθησαν τὴν ἐξέγερση τῶν Ἑλλήνων στὴν Πελοπόννησο, τὰ ἀφεντικά του τον πουλήσαν σὲ Τούρκους οἱ ὁποῖοι ματαίως προσπάθησαν νὰ τὸν κάνουν νὰ ἀλλαξοπιστήσει.


Πουλήθηκε διαδοχικὰ σὲ πέντε ἀφεντικά, τὸ καθένα πιὸ φανατισμένο καὶ ἀπάνθρωπο ἀπὸ τὸ προηγούμενο. Παρέμεινε ἀκλόνητος στὴν πίστη του καὶ κατέληξε τέλος νὰ τὸν ἀγοράσει ἕνας χριστιανὸς Καζαντζῆς τῆς πόλης. Μιὰ μέρα ἀφοῦ εἶχε εἰδοποιηθεῖ τὴν προηγούμενη σὲ ὄνειρο ὅτι θὰ εἶχε τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ κερδίσει τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου, ἀναγνωρίστηκε ἀπὸ ἕνα παλιὸ ἀφεντικό του ποὺ περνοῦσε στὸν δρόμο καὶ ὁ ὁποῖος ἄρχισε νὰ φωνάζει στοὺς περαστικοὺς ὅτι ὁ νεαρὸς αὐτὸς χριστιανὸς εἶχε ἀρνηθεῖ τὸ Ἰσλὰμ καὶ δραπέτευσε ἀπὸ τὸ σπίτι του.


Ἀφοῦ τὸν ἔσυραν μὲ φωνὲς ἀμέσως στὸ δικαστήριο, ὁ Ἀντώνιος ὁμολόγησε ὅτι ἦταν ἕτοιμος νὰ πεθάνει χίλιες φορὲς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. «Νὰ εἶσαι σίγουρος», εἶπε στὸ δικαστή, «ὅτι εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ γίνεις ἐσὺ χριστιανὸς παρὰ νὰ μὲ κάνεις ἐμένα νὰ ἀρνηθῶ τὸν Χριστό μου». Πιεζόμενος ἀπὸ τοὺς ψευδομάρτυρες καὶ μὴν μπορῶντας νὰ πείσει τὸν Ἅγιο νὰ ὑποκριθεῖ μὲ τὰ μέλια γιὰ νὰ σώσει τὴ ζωή του, ὁ δικαστὴς διέταξε νὰ μὲ μισὴ καρδιὰ νὰ τὸ ρίξουν στὴ φυλακή.


Καὶ γιατί μὲ μισὴ καρδιά, διότι ἤξερε καὶ ἔβλεπε ὅτι δὲν εἶναι μουσουλμᾶνος καὶ ὅτι ψέματα ἔλεγαν ἐκεῖνοι ποὺ τὸν κατηγοροῦσαν, ἦταν πασιφανὲς διότι δὲν εἶχε λάβει οὔτε τὴ σφραγῖδα τῆς μουσουλμανικῆς θρησκείας γιὰ νὰ ἀναγνωρίζεται καὶ νὰ φαίνεται μουσουλμᾶνος ὁ Ἅγιος ἐπάνω στὸ σῶμα του. Ὁ Ἀντώνιος παρηγόρησε ἐκεῖ τοὺς ἄλλους χριστιανοὺς φυλακισμένους, μοίρασε στοὺς φτωχοὺς τὰ λίγα χρήματα ποὺ εἶχε καὶ ἔγραψε στὸ ἀφεντικό του νὰ τὸν εὐχαριστήσει γιὰ τὰ καλὰ ποὺ εἶδε ἀπὸ αὐτόν, ζητῶντας μὲ τὴ μεσολάβησή του συγχώρεση ἀπὸ ὅλους τοὺς χριστιανοὺς καὶ παρακαλῶντας νὰ δεηθεῖ ἡ ἐκκλησία ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἐπειδὴ ὁ Βεζίρης καθυστεροῦσε τὴν ἐκτέλεση τῆς ποινῆς, οἱ κατήγοροι πῆγαν νὰ διαμαρτυρηθοῦν στὸ Σουλτᾶνο Ἀμτοὺλ Χαππίτ, ὁ ὁποῖος φοβούμενος ἐνδεχόμενη ἐξέγερση, διέταξε νὰ τὸν θανατώσουν χωρὶς ἄλλη χρονοτριβή.


Μὲ μεγάλη χαρά, ὁ 16χρονος γενναῖος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, μετέβη στὸν τόπο τῆς ἐκτέλεσης καὶ ἔτεινε τὸν αὐχένα του στὸ δήμιο. Ἐκεῖνος, γιὰ νὰ φοβίσει τὸ παιδί, τρεῖς φορὲς τὸν χτύπησε σιγά-σιγά στὸν αὐχένα μὲ τὸ ξίφος, μὴν κόβοντας ὁλόκληρη τὴν κεφαλή του, γιὰ νὰ τὸν κάνει νὰ φοβηθεῖ καὶ νὰ μετανοήσει. Ἀλλὰ ὁ Ἅγιος τοῦ εἶπε «κόψε τὴν κεφαλή μου γιατί δὲν πρόκειται νὰ ἀλλάξω».


Καὶ τότε τὸν ἔσφαξε σὰν Ἀρνὶ βλέποντας τὴν ἐπιμονὴ τοῦ μάρτυρος. Καὶ ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ ἄλλος ἕνας Νεομάρτυς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἕνας ποὺ σφάχτηκε ἀδίκως, χωρὶς νὰ ἔχει διαπράξει κάτι, ἀλλὰ σφάχτηκε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ στεφανώθηκε μὲ τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου. Ἡ Ἁγία λοιπὸν Ἀγάθη ποὺ γιορτάζει σήμερα καὶ ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἀντώνιος, ὁ Ἀθηναῖος ποὺ μαρτύρησε τὸ 1774 στὴν Κωνσταντινούπολη, νὰ πρεσβεύουν γιὰ μᾶς καὶ νὰ μᾶς σκεπάζουν καὶ νὰ μᾶς στηρίζουν στὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς. Καλή σας ἡμέρα καὶ εὐλογημένη. 



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως

Ῥόδον εὔοσμον τῆς παρθενίας,

νύμφη ἄφθορος τοῦ Ζωοδότου,

ἀνεδέδειξαι, Ἀγαθὴ πανεύφημε·

τῶν ἀγαθῶν τὴν πηγὴν γὰρ ποθήσασα,

μαρτυρικῶς ἐν τῷ κόσμῳ διέπρεψας·

μάρτυς ἔνδοξε,

λιταῖς σου θείαις ἀγάθυνον

τοὺς πόθῳ μεγαλύνοντας τοὺς ἄθλους σου.

 

Κοντάκιον

Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον

Στολιζέσθω σήμερον ἡ Ἐκκλησία,

πορφυρίδα ἔνδοξον καταβαφεῖσαν

ἐξ ἁγνῶν ῥύθρων Ἀγάθης τῆς Μάρτυρος·

Χαῖρε, βοῶσα, Κατάνης τό καύχημα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου